61 αποτελέσματα για «映»

映る うつる N3

ρήμα

  1. 01 αντικατοπτρίζομαι, αντανακλώμαι, ταιριάζω, εναρμονίζομαι, βγαίνω (για φωτογραφία), προβάλλομαι, εμφανίζομαι (σε οθόνη)
映画 えいが N5

ουσιαστικό

  1. 01 ταινία, φιλμ, κινηματογραφική ταινία
映像 えいぞう N1

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα (σε οθόνη), εικόνα τηλεόρασης
  2. 02 βίντεο, φιλμ, πλάνα
  3. 03 αντανάκλαση
  4. 04 εικόνα (στο μυαλό), νοητική εικόνα
映す うつす N3

ρήμα

  1. 01 προβάλλω, αντανακλώ, ρίχνω (σκιά)
映し出す うつしだす

ρήμα

  1. 01 προβάλλω, δείχνω (σε οθόνη), αντανακλώ (για καθρέφτη, λίμνη κ.λπ.)
  2. 02 απεικονίζω, περιγράφω
  3. 03 αντανακλώ (την εποχή, τη διάθεση κ.λπ.)
映える はえる N3

ρήμα

  1. 01 λάμπω, ακτινοβολώ
  2. 02 φαίνομαι ελκυστικός, δείχνω ωραίος, αναδεικνύομαι
映える ばえる

ρήμα

  1. 01 είμαι φωτογενής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δείχνω ελκυστικός για ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είμαι κατάλληλος για Instagram
映画館 えいがかん N5

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογράφος, σινεμά
映画化 えいがか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κινηματογραφική μεταφορά (βιβλίου κ.λπ.), διασκευή για την οθόνη
映え ばえ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 φαίνομαι ωραίος, ξεχωρίζω (σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ή περιβάλλον)
  2. 02 ελκυστικός (ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), φωτογενής, ελκυστικός
映画監督 えいがかんとく

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνοθέτης κινηματογράφου
映じる えいじる

ρήμα

  1. 01 αντανακλώμαι (σε)
  2. 02 προκαλώ εντύπωση (σε κάποιον)
映写機 えいしゃき

ουσιαστικό

  1. 01 προβολέας (ταινιών, διαφανειών κ.λπ.)
映写 えいしゃ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προβολή (σε οθόνη)
映画祭 えいがさい

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ κινηματογράφου
映研 えいけん

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφικές σπουδές, μελέτη του κινηματογράφου
映像データ えいぞうデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα εικόνας
映画俳優 えいがはいゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ηθοποιός κινηματογράφου
映画会社 えいががいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία παραγωγής ταινιών
映画研究 えいがけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κινηματογραφικές σπουδές, μελέτη του κινηματογράφου