39 αποτελέσματα για «晴»
晴れる はれる N5
ρήμα
- 01 καθαρίζει ο καιρός, ανοίγει ο καιρός, κάνει λιακάδα, σταματάει η βροχή
- 02 αναζωογονώ, αναπτερώνω (π.χ. το ηθικό)
- 03 διαλύομαι (π.χ. για υποψία), αποκαθίσταμαι (από υποψία)
- 04 διαλύομαι, εκλείπω
晴らす はらす
ρήμα
- 01 διώχνω, εξαλείφω, αναζωογονούμαι
- 02 επιτυγχάνω έναν στόχο
- 03 αίθριος κάνω τον καιρό, διαλύω τα σύννεφα
晴れやか はれやか
επίθετο
- 01 καθαρός, λαμπρός, ηλιόλουστος
晴れ はれ N5
ουσιαστικό
- 01 καθαρός καιρός, αίθριος καιρός
- 02 επίσημος, τελετουργικός, δημόσιος
- 03 απαλλαγμένος από κάθε υποψία
晴天 せいてん N1
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρία, αίθριος καιρός, καθαρός ουρανός
晴れ晴れ はればれ
επίρρημα, ρήμα
- 01 λαμπρός, ευδιάθετος, με ανεβασμένο ηθικό
- 02 καθαρός (ουρανός), ανέφελος, ηλιόλουστος
晴れ渡る はれわたる
ρήμα
- 01 καθαρίζω, αίθριος γίνομαι
晴れ舞台 はれぶたい
ουσιαστικό
- 01 κορυφαία στιγμή (π.χ. εμφάνιση, στο επίκεντρο της προσοχής), εορταστική περίσταση, (στην) παγκόσμια σκηνή
晴れた空 はれたそら
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ξάστερος ουρανός, ανέφελος ουρανός
晴れの日 はれのひ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ηλιόλουστη ημέρα, καθαρή ημέρα
- 02 επίσημη περίσταση
晴れ間 はれま
ουσιαστικό
- 01 διάλειμμα κακοκαιρίας (ιδίως βροχής ή χιονιού), διάστημα αίθριου καιρού
- 02 άνοιγμα στον συννεφιασμένο ουρανό
- 03 περίοδος γαλήνης
晴れ着 はれぎ
ουσιαστικό
- 01 καλά ρούχα, επίσημη ενδυμασία
晴れ姿 はれすがた
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση με τα καλά ρούχα κάποιου, εμφάνιση στην ώρα του θριάμβου κάποιου
晴れやかな笑顔 はれやかなえがお
ουσιαστικό
- 01 λαμπερό χαμόγελο
晴れがましい はれがましい
επίθετο
- 01 μεγαλοπρεπής, επίσημος, πανηγυρικός, φανταχτερός, εορταστικός, χαρούμενος
- 02 αμήχανος, αυτοσυνειδητοποιημένος, ντροπιασμένος, άβολος
晴れ上がる はれあがる
ρήμα
- 01 καθαρίζω, αίθριος γίνομαι
晴れの舞台 はれのぶたい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη στιγμή (π.χ. σε παράσταση, στο προσκήνιο), εορταστική περίσταση, (στην) παγκόσμια σκηνή
晴朗 せいろう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 καθαρός, αίθριος, λαμπρός, γαλήνιος
晴れ女 はれおんな
ουσιαστικό
- 01 γυναίκα που φέρνει καλοκαιρία όπου κι αν πηγαίνει, γυναίκα που είναι πάντα τυχερή με τον καιρό
晴れ着姿 はれぎすがた
ουσιαστικό
- 01 ντυμένος με επίσημα ρούχα