94 αποτελέσματα για «暴»
暴れる あばれる N2
ρήμα
- 01 ενεργώ βίαια, λυσσάω, παλεύω, προκαλώ επεισόδια
暴走 ぼうそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενεργώ επιπόλαια, τρέχω ανεξέλεγκτα, συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα, αλωνίζω
- 02 ανεξέλεγκτος (διαδικασία)
- 03 απερίσκεπτο τρέξιμο βάσεων
暴力 ぼうりょく N1
ουσιαστικό
- 01 βία, όλεθρος
暴く あばく
ρήμα
- 01 αποκαλύπτω, φανερώνω, εκθέτω
- 02 ξεθάβω, ανασκάπτω, ανοίγω (π.χ. τάφο)
暴露 ばくろ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκάλυψη, φανέρωση, εξάρθρωση
暴力的 ぼうりょくてき
επίθετο
- 01 βίαιος
暴風 ぼうふう N1
ουσιαστικό
- 01 θύελλα, ανεμοθύελλα, καταιγίδα
暴行 ぼうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίθεση, βιαιοπραγία, πράξη βίας
- 02 βιασμός, σεξουαλική επίθεση
暴動 ぼうどう N1
ουσιαστικό
- 01 εξέγερση, ταραχή, ξεσηκωμός, επανάσταση, ανταρσία
暴発 ぼうはつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυθόρμητη εκτόνωση, ξαφνική έκρηξη
- 02 κατά λάθος πυροδότηση όπλου
暴言 ぼうげん
ουσιαστικό
- 01 υβριστικός λόγος, βίαιη γλώσσα, απερίσκεπτα λόγια
暴君 ぼうくん
ουσιαστικό
- 01 τύραννος, δεσπότης
暴力を振るう ぼうりょくをふるう
άλλο, ρήμα
- 01 καταφεύγω στη βία, συμπεριφέρομαι βίαια, χρησιμοποιώ βία
暴挙 ぼうきょ
ουσιαστικό
- 01 βίαιη πράξη, παράτολμη ενέργεια, εξοργιστική πράξη
暴虐 ぼうぎゃく
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 τυραννία, θηριωδία
暴徒 ぼうと
ουσιαστικό
- 01 ταραχοποιοί, όχλος, εξεγερμένοι
暴 ぼう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 βία, ισχύς
暴れまわる あばれまわる
ρήμα
- 01 αγριεύω, ξεσαλώνω
暴漢 ぼうかん
ουσιαστικό
- 01 τραμπούκος, αλήτης
暴言を吐く ぼうげんをはく
άλλο, ρήμα
- 01 εξαπολύω ύβρεις (εναντίον κάποιου), χρησιμοποιώ υβριστική γλώσσα