67 αποτελέσματα για «欠»
欠ける かける N3
ρήμα
- 01 σπάω, ξεφλουδίζω, ραγίζω, παθαίνω ζημιά
- 02 λείπω (από ένα σύνολο, ομάδα κ.λπ.), απουσιάζω, χάνομαι
- 03 μου λείπει, έχω έλλειψη, υστερώ, στερούμαι
- 04 φθίνω (για το φεγγάρι), εκλείπω
欠片 かけら
ουσιαστικό
- 01 θραύσμα, σπασμένο κομμάτι, κομματάκι, σχίζα
- 02 ψήγμα (αλήθειας, συνείδησης κ.λπ.), ίχνος, κομμάτι
欠かす かかす
ρήμα
- 01 παραλείπω, αμελώ
- 02 στερούμαι, αποχωρίζομαι
欠点 けってん N3
ουσιαστικό
- 01 ελάττωμα, ψεγάδι, ατέλεια, αδύνατο σημείο, αδυναμία, έλλειψη, μειονέκτημα, αρνητικό
- 02 αποτυχία (σε εξετάσεις), απορριπτική βαθμολογία
欠く かく N3
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, κάνω εγκοπή, σπάω, ραγίζω
- 02 στερούμαι, λείπω
欠席 けっせき N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απουσία, μη προσέλευση
欠伸 あくび
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χασμουρητό, χασμουρητά
- 02 ιδεόγραμμα που σημαίνει χασμουρητό (ριζικό 76)
欠伸 けんしん
ουσιαστικό
- 01 χασμουρητό και τέντωμα του σώματος
欠陥 けっかん N3
ουσιαστικό
- 01 ελάττωμα, σφάλμα, ατέλεια, παραμόρφωση, έλλειψη, ανεπάρκεια, κενό
欠落 けつらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλλειψη, απουσία, παράλειψη
欠損 けっそん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλλειμμα, έλλειψη, απώλεια
- 02 μερική θραύση, μερική έλλειψη, μερική αφαίρεση
欠如 けつじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλλειψη, απουσία, ανεπάρκεια, στερητική κατάσταση
欠乏 けつぼう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεπάρκεια, έλλειψη, στενότητα, υστέρηση, έλλειμμα
欠 けつ
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη, ανεπάρκεια, κενή θέση
- 02 απουσία, μη προσέλευση
欠員 けついん
ουσιαστικό
- 01 κενή θέση, κενό, αδιέξοδο (σε θέση εργασίας), μη καλυμμένη θέση
欠陥品 けっかんひん
ουσιαστικό
- 01 ελαττωματικό είδος, ελαττωματικό προϊόν, ελαττωματικό εμπόρευμα
欠け かけ
ουσιαστικό
- 01 θραύσμα, κομμάτι
- 02 φθίση (της Σελήνης)
欠くべからざる かくべからざる
άλλο
- 01 απαραίτητος, ουσιώδης, αναγκαίος
欠勤 けっきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απουσία από την εργασία
欠乏症 けつぼうしょう
ουσιαστικό
- 01 ασθένεια εξαιτίας ανεπάρκειας (π.χ. πρωτεΐνης, βιταμίνης κ.λπ.)