71 αποτελέσματα για «殺»

殺す ころす N3

ρήμα

  1. 01 σκοτώνω, θανατώνω, δολοφονώ, σφάζω
  2. 02 καταστέλλω, μπλοκάρω, εμποδίζω, καταστρέφω (π.χ. ταλέντο), εξουδετερώνω (π.χ. μια οσμή), χαλάω (π.χ. γεύση), κόβω (π.χ. την ταχύτητα)
  3. 03 καταστέλλω (π.χ. φωνή, συναισθήματα), συγκρατώ, καταπνίγω (π.χ. χασμουρητό, γέλιο), κρατάω (την ανάσα μου)
  4. 04 αποκλείω (δρομέα)
  5. 05 ενεχυριάζω, βάζω ενέχυρο
殺人 さつじん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόνος, ανθρωποκτονία
殺し ころし

ουσιαστικό

  1. 01 φόνος, δολοφονία, θανάτωση, δολοφόνος
殺し ごろし

επίθημα

  1. 01 -κτόνος, φόνος, δολοφόνος (κάποιου ή κάποιων)
殺害 さつがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δολοφονία, φόνος
殺意 さつい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθεση δολοφονίας, πρόθεση φόνου, παρόρμηση φόνου, δολοφονική παρόρμηση
殺気 さっき

ουσιαστικό

  1. 01 δίψα για αίμα, αιμοδιψία, φονική διάθεση
殺し合う ころしあう

ρήμα

  1. 01 αλληλοσκοτώνομαι
殺到 さっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συρροή, κατακλυσμός, καταιγισμός
殺る やる

ρήμα

  1. 01 εξοντώνω κάποιον, βγάζω κάποιον από τη μέση
殺戮 さつりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφαγή, μακελειό
殺人事件 さつじんじけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση ανθρωποκτονίας
殺人鬼 さつじんき

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοδιψής δολοφόνος, ψυχρός φονιάς, μανιακός δολοφόνος
殺し屋 ころしや

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας δολοφόνος, πληρωμένος δολοφόνος, εκτελεστής
殺風景 さっぷうけい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ζοφερός, άχαρος, μονότονος, γυμνός
  2. 02 άγευστος, ακαλλιέργητος
殺人犯 さつじんはん

ουσιαστικό

  1. 01 δολοφόνος
殺伐 さつばつ

άλλο, επίρρημα, επίθετο

  1. 01 βίαιος, άγριος, σκληρός, ανελέητος (για ατμόσφαιρα, κοινωνία κ.λπ.), αιμοδιψής, ψυχρός
殺める あやめる

ρήμα

  1. 01 τραυματίζω
  2. 02 φονεύω, δολοφονώ
殺傷 さっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόνος και τραυματισμός, αιματοχυσία
殺気立つ さっきだつ

ρήμα

  1. 01 γίνομαι απειλητικός, εξαγριώνομαι, εκδηλώνω φονική διάθεση