81 αποτελέσματα για «毒»

どく N3

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητήριο
  2. 02 βλάβη, ζημιά, κακή επιρροή
  3. 03 κακία, εμπάθεια, μοχθηρία
  4. 04 υβριστική γλώσσα, ύβρεις
毒づく どくづく

ρήμα

  1. 01 καταριέμαι (κάποιον), βρίζω, μιλώ με πικρία
毒殺 どくさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δηλητηρίαση μέχρι θανάτου, δολοφονία με δηλητήριο
毒物 どくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδης ουσία, τοξική ουσία, δηλητήριο
毒々しい どくどくしい

επίθετο

  1. 01 δηλητηριώδης, φαρμακερός, που φαίνεται δηλητηριώδης
  2. 02 μισητός, απεχθής, σιχαμερός, αποτροπιαστικός
  3. 03 φανταχτερός, κραυγαλέος, βαρύς, αηδιαστικά έντονος
毒舌 どくぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 κακόγλωσσος, αιχμηρή γλώσσα, υβριστική γλώσσα
毒薬 どくやく

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητήριο
毒を盛る どくをもる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δηλητηριάζω (π.χ. φαγητό, ποτό), χορηγώ δηλητήριο
毒気 どっき

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδης αέρας, δηλητηριώδες αέριο, δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις
  2. 02 δηλητηριώδες συστατικό, δηλητηριώδης φύση, τοξικότητα
  3. 03 κακία, κακοβουλία, δυσμένεια
毒気を抜かれる どっきをぬかれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω άναυδος, μένω εμβρόντητος
毒ガス どくガス

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες αέριο
毒蛇 どくじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδες φίδι
毒性 どくせい

ουσιαστικό

  1. 01 τοξικότητα, μολυσματικότητα
  2. 02 τοξικός, δηλητηριώδης
毒牙 どくが

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηριώδης κυνόδοντας
  2. 02 κακόβουλοι τρόποι, δόλια μέσα, νύχια (μεταφορικά: παγίδες), πανούργοι τρόποι, βρώμικο κόλπο
毒素 どくそ

ουσιαστικό

  1. 01 τοξίνη, δηλητηριώδης ουσία
毒を吐く どくをはく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξερνώ δηλητήριο, κακολογώ
毒する どくする

ρήμα

  1. 01 ασκώ κακή επιρροή, διαφθείρω, δηλητηριάζω
毒針 どくばり

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρί (μέλισσας κ.λπ.), οξύ όργανο νυγμού
  2. 02 βελόνα καλυμμένη με δηλητήριο
毒味 どくみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δοκιμή φαγητού ή ποτού για ύπαρξη δηλητηρίου
  2. 02 έλεγχος γεύσης ενός φαγητού, δοκιμή της γεύσης κάποιου πράγματος
毒液 どくえき

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητήριο