17 αποτελέσματα για «汲»
汲む くむ N3
ρήμα
- 01 αντλώ (νερό), βγάζω, ξεκορμίζω, παίρνω με κουτάλα, αντλώ με αντλία
- 02 σερβίρω (σε φλιτζάνι), πίνω (μαζί)
- 03 λαμβάνω υπόψη (αισθήματα, την κατάσταση κ.λπ.), συμπονώ, διαισθάνομαι, κατανοώ
- 04 αντλώ έμπνευση, κληρονομώ
汲み取る くみとる
ρήμα
- 01 αντλώ (νερό), μαζεύω με κουτάλα, βγάζω, αντλώ με αντλία
- 02 κατανοώ (τα συναισθήματα κάποιου κ.λπ.), αντιλαμβάνομαι, εικάζω, λαμβάνω υπόψη
汲み上げる くみあげる
ρήμα
- 01 αντλώ, γεμίζω νερό, ανασύρω (νερό κ.ά.), αντλώ με αντλία
- 02 αξιοποιώ (ιδέες), αντλώ (από υφισταμένους, το κοινό κ.ά.), λαμβάνω υπόψη, υιοθετώ
汲々 きゅうきゅう
άλλο, επίρρημα
- 01 επιμελής, απορροφημένος (σε κάτι)
汲み出す くみだす
ρήμα
- 01 αντλώ, αδειάζω νερό με κουβά ή σέσουλα, βγάζω με κουτάλα
- 02 αρχίζω να αντλώ νερό
汲み置き くみおき
ουσιαστικό
- 01 νερό που έχει αντληθεί και αποθηκευτεί
汲み入れる くみいれる
ρήμα
- 01 αντλώ (νερό), γεμίζω (με νερό)
- 02 λαμβάνω υπόψη
汲み分ける くみわける
ρήμα
- 01 μοιράζω αντλημένο νερό, αδειάζω με κουτάλα σε ξεχωριστά δοχεία
- 02 δείχνω κατανόηση
汲みたて くみたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοαντλημένο (νερό), φρέσκο από το πηγάδι
汲み取り くみとり
ουσιαστικό
- 01 άντληση, συγκέντρωση (περιττωμάτων), κουβάλημα
- 02 κατανόηση, αντίληψη, εικασία
汲み込む くみこむ
ρήμα
- 01 γεμίζω (ένα δοχείο) με (νερό)
汲み取り式便所 くみとりしきべんじょ
ουσιαστικό
- 01 αποχωρητήριο (από το οποίο γίνεται η περισυλλογή των περιττωμάτων)
汲み取り便所 くみとりべんじょ
ουσιαστικό
- 01 αποχωρητήριο με βόθρο (από όπου μπορεί να συλλεχθεί η νυχτερινή ακαθαρσία), εξωτερική τουαλέτα
汲み干す くみほす
ρήμα
- 01 αδειάζω, στραγγίζω, αντλώ μέχρι τέλους
汲み取り口 くみとりぐち
ουσιαστικό
- 01 στόμιο εκκένωσης βόθρου
汲み取り屋 くみとりや
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο που συλλέγει ακαθαρσίες
汲
- 01 αντλώ
- 02 κουταλιάζω
- 03 βγάζω (με κουτάλι ή φτυάρι)
- 04 αντλώ