25 αποτελέσματα για «浸»

浸る ひたる

ρήμα

  1. 01 μουσκεύω, εμποτίζομαι, πλημμυρίζω, βυθίζομαι
  2. 02 βυθίζομαι (σε χαρά, αναμνήσεις, αλκοόλ κ.λπ.), παραδίδομαι, απολαμβάνω
浸透 しんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάχυση (σκέψης, ιδεολογίας, κουλτούρας κ.λπ.), διείσδυση (π.χ. ιδεών), εξάπλωση, διείσδυση (π.χ. σε μια αγορά), επικράτηση
  2. 02 διείσδυση (υγρού κ.λπ.), εμποτισμός, διαπότιση
  3. 03 ώσμωση
浸かる つかる

ρήμα

  1. 01 βυθίζομαι, μουλιάζω
  2. 02 τουρσεύομαι, μαρινάρομαι
  3. 03 βυθίζομαι ολοκληρωτικά (σε μια κατάσταση, π.χ. τεμπελιά)
浸す ひたす N1

ρήμα

  1. 01 μουλιάζω, βουτάω, εμποτίζω, καταβυθίζω
  2. 02 υγραίνω, βρέχω
浸食 しんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάβρωση, φθορά
浸水 しんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλημμύρα, κατάκλυση, βύθιση
浸潤 しんじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διήθηση (υγρού), διαπότιση
  2. 02 εξάπλωση (πολιτικής ιδεολογίας κ.λπ.)
浸入 しんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διείσδυση (π.χ. νερού), πλημμύρισμα
浸透圧 しんとうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ωσμωτική πίεση
浸出 しんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διείσδυση, διαπερατότητα, έκκριση, διήθηση, εξίδρωση, εκχύλιση
浸透度 しんとうど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός διείσδυσης, διαπερατότητα
浸漬 しんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβάπτιση, μούλιασμα, βύθιση
浸礼 しんれい

ουσιαστικό

  1. 01 βάπτισμα με κατάδυση
浸透性 しんとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ωσμωτικότητα, διαπερατότητα
浸透印 しんとういん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτομελανούμενη σφραγίδα
浸し物 ひたしもの

ουσιαστικό

  1. 01 βρασμένα χόρτα καρυκευμένα με σάλτσα σόγιας
浸剤 しんざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγχυμα (φαρμακευτικό)
浸染 しんぜん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμβαπτιζόμενη βαφή, τεχνική βαφής με βύθιση
  2. 02 σταδιακή επίδραση, σταδιακή επιρροή
浸潤性腫瘍 しんじゅんせいしゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 διηθητικός όγκος
浸透探傷検査 しんとうたんしょうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος με διεισδυτικά υγρά, έλεγχος με διεισδυτικά, δοκιμή με διεισδυτικά υγρά