19 αποτελέσματα για «溢»
溢れる あふれる
ρήμα
- 01 υπερχειλίζω, ξεχειλίζω, πλημμυρίζω
溢れ出す あふれだす
ρήμα
- 01 αρχίζω να ξεχειλίζω, ξεκινώ να υπερχειλίζω, ξεχύνομαι
溢れ出る あふれでる
ρήμα
- 01 ξεχειλίζω από κάτι γεμάτο
溢れかえる あふれかえる
ρήμα
- 01 ξεχειλίζω, κατακλύζομαι, είμαι γεμάτος
溢れんばかり あふれんばかり
ουσιαστικό
- 01 που ξεχειλίζει, έντονος, πληθωρικός, άφθονος
溢るる あふるる
άλλο
- 01 ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, αφθονώ
溢血 いっけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιμορραγία
溢水 いっすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλημμύρα, υπερχείλιση
溢流 いつりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερχείλιση, ξεχείλισμα
溢る あふる
ρήμα
- 01 πλημμυρίζω, ξεχειλίζω, υπερχειλίζω
溢れる あぶれる
ρήμα
- 01 αποτυγχάνω (σε εύρεση εργασίας), χάνω την ευκαιρία (στο ψάρεμα, στο κυνήγι κ.λπ.)
- 02 μένω εκτός, παραγκωνίζομαι λόγω συνωστισμού
溢乳 いつにゅう
ουσιαστικό
- 01 γαλακτόρροια, αναγωγή γάλακτος
溢れ あふれ
ουσιαστικό
- 01 υπερχείλιση
溢れ検査 あふれけんさ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος υπερχείλισης
溢れ表示 あふれひょうじ
ουσιαστικό
- 01 ένδειξη υπερχείλισης
溢れ あぶれ
ουσιαστικό
- 01 αποτυχία εξασφάλισης θέσης εργασίας
溢流性尿失禁 いつりゅうせいにょうしっきん
ουσιαστικό
- 01 ακράτεια από υπερπλήρωση
溢美 いつび
ουσιαστικό
- 01 υπερβολικός έπαινος, αδικαιολόγητος έπαινος
溢
- 01 υπερχειλίζω
- 02 πλημμυρίζω
- 03 χύνω