33 αποτελέσματα για «滅»

滅ぼす ほろぼす N1

ρήμα

  1. 01 καταστρέφω, ανατρέπω, ερειπώνω, αφανίζω
滅びる ほろびる N1

ρήμα

  1. 01 καταστρέφομαι, ερειπώνομαι, καταρρέω, εξαφανίζομαι, εκλείπω, χάνομαι, αφανίζομαι, πεθαίνω
滅多に めったに N3

επίρρημα

  1. 01 σπάνια, σχεδόν ποτέ
滅ぶ ほろぶ

ρήμα

  1. 01 καταστρέφομαι, ερειπώνομαι, αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεκληρίζομαι, εξαφανίζομαι, πεθαίνω
滅亡 めつぼう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάρρευση, καταστροφή, αφανισμός, εξολόθρευση
滅茶苦茶 めちゃくちゃ

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 παράλογος, ασύντακτος, ακατάληπτος, ασυνάρτητος
  2. 02 ακραίος, ανόητος, απερίσκεπτος, αλόγιστος
  3. 03 άτακτος, χαοτικός, μπερδεμένος, ακατάστατος
  4. 04 απίστευτα, πολύ, τόσο, υπερβολικά
滅多 めった

επίθετο, πρόθημα

  1. 01 απερίσκεπτος, απρόσεκτος, ριψοκίνδυνος, παρορμητικός
  2. 02 συνηθισμένος, κοινός
  3. 03 υπερβολικός, αδιάκριτος
滅する めっする

ρήμα

  1. 01 καταστρέφομαι, αφανίζομαι, σβήνω (π.χ. φωτιά)
  2. 02 καταστρέφω, απαλλάσσομαι από, σβήνω
滅入る めいる

ρήμα

  1. 01 νιώθω κατάθλιψη, μελαγχολώ
滅相 めっそう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικός, παράλογος
滅相もない めっそうもない

άλλο

  1. 01 μην είσαι ανόητος, αποκλείεται, ανοησίες, μην το αναφέρεις καν
滅法 めっぽう

επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασύλληπτα, εκπληκτικά, εξαιρετικά, τρομερά, υπερβολικά, παράλογα
  2. 02 εξαιρετικός, εξωφρενικός, παράλογος
  3. 03 ασυνθήκητος ντάρμα (μη εξαρτημένο φαινόμενο)
滅す めっす

ρήμα

  1. 01 καταστρέφομαι, αφανίζομαι, σβήνω (π.χ. φωτιά)
  2. 02 καταστρέφω, εξαλείφω, σβήνω
滅殺 めっさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξολόθρευση, εκμηδένιση
滅却 めっきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφανισμός, καταστροφή, εξάλειψη
滅多に見られない めったにみられない

άλλο, επίθετο

  1. 01 σπάνιος, ασυνήθιστος
滅多に無い めったにない

επίθετο

  1. 01 σπάνιος
滅菌 めっきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστείρωση
滅茶 めっちゃ

επίρρημα

  1. 01 υπερβολικά, πολύ, πραγματικά, φοβερά, τόσο
滅私奉公 めっしほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αυταπάρνηση, ανιδιοτελής προσφορά