14 αποτελέσματα για «潰»

潰す つぶす N2

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω, λιώνω, ισοπεδώνω
  2. 02 κλείνω (μια επιχείρηση), καταστρέφω (μια επιχείρηση), αναγκάζω (μια εταιρεία) να κλείσει
  3. 03 καταστρέφω, χαλάω, εμποδίζω, ματαιώνω
  4. 04 σφάζω, σκοτώνω (ζώα για τροφή)
  5. 05 σκοτώνω (τον χρόνο), περνάω (τον χρόνο), ξοδεύω (τον χρόνο μου)
  6. 06 σπαταλάω, χαραμίζω (π.χ. ταλέντα)
潰れる つぶれる N2

ρήμα

  1. 01 συνθλίβομαι, συντρίβομαι, καταστρέφομαι, σπάω, καταρρέω
  2. 02 χρεοκοπώ, αποτυγχάνω, καταρρέω
  3. 03 καταστρέφομαι (για σχέδιο), ακυρώνομαι, ναυαγώ (π.χ. για σχέδιο), αποτυγχάνω
  4. 04 χάνω (τη φωνή μου, την όραση, την όσφρηση κ.λπ.), παύω να λειτουργώ
  5. 05 καταναλώνω (το χρόνο μου), χάνομαι, σπαταλιέμαι
  6. 06 χάνω (μια ευκαιρία), χάνομαι
  7. 07 χάνω (το κύρος, την ψυχραιμία κ.λπ.), συντρίβομαι (π.χ. το θάρρος), ραγίζει (η καρδιά μου)
  8. 08 φθείρομαι (μύτη στυλό, δόντια πριονιού κ.λπ.), τρίβομαι, στομώνω
  9. 09 γίνομαι τύφλα στο μεθύσι
潰える ついえる

ρήμα

  1. 01 καταρρέω (κτιρίου, ονείρου, σχεδίου κ.λπ.), καταστρέφομαι, ναυαγώ, αποτυγχάνω
  2. 02 ηττώμαι ολοκληρωτικά (σε μάχη), εξολοθρεύομαι, διαλύομαι
潰走 かいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πανωλεθρία, άτακτη υποχώρηση
  2. 02 φυγή έντρομων πλήθους
潰瘍 かいよう

ουσιαστικό

  1. 01 έλκος
潰瘍性大腸炎 かいようせいだいちょうえん

ουσιαστικό

  1. 01 ελκώδης κολίτιδα
潰しにする つぶしにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακυκλώνω, λιώνω
潰し島田 つぶししまだ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος γυναικείου χτενίσματος (περίοδος Έντο)
潰し餡 つぶしあん

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρώς λιωμένος γλυκός πολτός κόκκινων φασολιών
潰し値段 つぶしねだん

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή σκραπ, αξία υπολειμμάτων
潰し値 つぶしね

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειμματική αξία
潰瘍性病変 かようせいびょうへん

ουσιαστικό

  1. 01 ελκώδης βλάβη
潰れ つぶれ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάρρευση, καταστροφή, αφανισμός
  2. 02 σπάσιμο (σε τυπωμένη γραμμή, γράμμα, κ.λπ.)
  1. 01 συνθλίβω
  2. 02 συντρίβω
  3. 03 σπάζω
  4. 04 διαλύω