13 αποτελέσματα για «澄»

澄む すむ N3

ρήμα

  1. 01 διαυγάζω (για νερό, αέρα κ.λπ.), γίνομαι διαφανής
  2. 02 αντηχώ καθαρά (π.χ. για φωνή), ακούγομαι καθαρά
  3. 03 γαληνεύω, ηρεμώ, απαλλάσσομαι από ανησυχίες
  4. 04 προφέρω ως άηχο
澄ます すます N1

ρήμα

  1. 01 καθαρίζω, κάνω κάτι καθαρό
  2. 02 μένω ατάραχος, δείχνω αδιάφορος, προσποιούμαι την απάθεια
  3. 03 δείχνω σεμνός, φαίνομαι σοβαροφανής, παίρνω ύφος σπουδαίο
  4. 04 τεντώνω (τα αυτιά μου), ακούω προσεκτικά
澄み渡る すみわたる

ρήμα

  1. 01 είμαι πεντακάθαρος, διαυγής
澄み切る すみきる

ρήμα

  1. 01 είμαι εντελώς διαυγής (νερό, αέρας, κ.λπ.), καθαρίζω
澄んだ水 すんだみず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαυγές νερό
澄明 ちょうめい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διαυγής και φωτεινός
澄まし込む すましこむ

ρήμα

  1. 01 υιοθετώ υφάκι, παριστάνω τον σπουδαίο, δείχνω σοβαροφανής
澄まし すまし

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαροφάνεια, επιτήδευση, επιτηδευμένο πρόσωπο
  2. 02 καθαρή σούπα
  3. 03 νερό για το ξέπλυμα των κυπέλλων σάκε (σε δεξιώσεις κ.λπ.)
澄徹 ちょうてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαύγεια (π.χ. ουρανός), διαφάνεια
澄ましバター すましバター

ουσιαστικό

  1. 01 διυλισμένο βούτυρο
澄まし屋 すましや

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαροφανές άτομο
澄み切った すみきった

άλλο

  1. 01 πεντακάθαρος, κρυστάλλινος
  1. 01 διαύγεια, καθαρότητα
  2. 02 διαυγάζω
  3. 03 διαυγής, καθαρός
  4. 04 διασαφηνίζω, καθαρίζω, ξεκαθαρίζω
  5. 05 κατακάθομαι
  6. 06 στραγγίζω, φιλτράρω
  7. 07 σοβαρεύω, παίρνω σοβαρό ύφος