15 αποτελέσματα για «焚»
焚く たく N3
ρήμα
- 01 καίω, ανάβω (φωτιά)
- 02 θερμαίνω (λουτρό), ανάβω (σόμπα), τροφοδοτώ (λέβητα)
- 03 χρησιμοποιώ (φλας κάμερας)
焚き火 たきび
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπαίθρια φωτιά (π.χ. για καύση απορριμμάτων κήπου), φωτιά στην εξοχή, φωτιά κατασκήνωσης
- 02 ανοιχτή εστία (π.χ. σε κουζίνα)
焚きつける たきつける
ρήμα
- 01 ανάβω φωτιά
- 02 υποκινώ, προκαλώ, ξεσηκώνω, παρακινώ
焚書 ふんしょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καύση βιβλίων
焚き上げ たきあげ
ουσιαστικό
- 01 τελετουργική πυρά, συνήθως σε προαύλιο ναού, για την καύση φυλακτών, τυχερών αντικειμένων, πρωτοχρονιάτικων διακοσμητικών κ.ά.
- 02 τελετουργική καύση χρημάτων, κέδρινων ξύλων ή άλλων αντικειμένων ως προσφορά
焚き口 たきぐち
ουσιαστικό
- 01 πόρτα (φούρνου, σόμπας, κ.λπ.), οπή καυσίμου
焚き染める たきしめる
ρήμα
- 01 αρωματίζω ρούχα καίγοντας θυμίαμα
焚刑 ふんけい
ουσιαστικό
- 01 κάψιμο στην πυρά
焚き物 たきもの
ουσιαστικό
- 01 καυσόξυλα
焚書坑儒 ふんしょこうじゅ
ουσιαστικό
- 01 φουνσόκοτζου, καύση κλασικών κινεζικών βιβλίων και ζωντανή ταφή Κομφουκιανών λογίων (εκστρατεία καταστολής της σκέψης κατά τη δυναστεία Τσιν)
焚きつけ たきつけ
ουσιαστικό
- 01 προσάναμμα, προσάναμμα για το άναμμα της φωτιάς
焚掠 ふんりゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λεηλασία και πυρπόληση
焚火の間 たきびのま
ουσιαστικό
- 01 δωμάτιο με παραστιά
焚き火台 たきびだい
ουσιαστικό
- 01 βάση για φωτιά, υπαίθριο μαγκάλι, εστία φωτιάς
焚
- 01 καίω
- 02 ανάβω
- 03 ανάβω φωτιά
- 04 βράζω
- 05 μαγειρεύω