25 αποτελέσματα για «煩»

煩わしい わずらわしい N1

επίθετο

  1. 01 ενοχλητικός, εκνευριστικός, περίπλοκος
煩悩 ぼんのう

ουσιαστικό

  1. 01 κοσμικές επιθυμίες, κακές ορμές, σαρκικές ορέξεις
  2. 02 κλέσα (μολυσματικές σκέψεις όπως η απληστία, το μίσος και η αυταπάτη, που οδηγούν στον πόνο)
煩い うるさい

επίθετο, επιφώνημα

  1. 01 θορυβώδης, δυνατός
  2. 02 ενοχλητικός, προβληματικός, κουραστικός, επίμονος, φορτικός
  3. 03 δύστροπος, σχολαστικός, ιδιότροπος, λεπτολόγος, γκρινιάρης, αυταρχικός
  4. 04 σκάσε, βούλωσε το
煩悶 はんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανησυχία, αγωνία
煩わせる わずらわせる

ρήμα

  1. 01 προκαλώ αναστάτωση, ενοχλώ, εκνευρίζω
煩わす わずらわす

ρήμα

  1. 01 ενοχλώ, κουράζω, ταλαιπωρώ, προκαλώ αναστάτωση
煩う わずらう

ρήμα, επίθημα

  1. 01 ανησυχώ (για), προβληματίζομαι (για)
  2. 02 δυσκολεύομαι να κάνω κάτι, πασχίζω να κάνω κάτι
はん

ουσιαστικό

  1. 01 προβληματίζω, ενοχλώ
煩雑 はんざつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πολύπλοκος, περίπλοκος, δυσνόητος, μπερδεμένος, ενοχλητικός, δυσάρεστος, δυσκίνητος
煩瑣 はんさ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ενοχλητικός, προβληματικός, περίπλοκος
煩い わずらい

ουσιαστικό

  1. 01 ανησυχία, προβληματισμός, άγχος
  2. 02 ασθένεια, αρρώστια
煩累 はんるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προβλήματα, ενοχλήσεις
煩悩具足 ぼんのうぐそく

ουσιαστικό

  1. 01 που κατέχεται από γήινες επιθυμίες και πάθη
煩を避ける はんをさける

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφεύγω τον κόπο (να κάνω κάτι)
煩多 はんた

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πληθώρα προβλημάτων, τόσα πολλά που γίνονται ενοχλητικά
煩悶懊悩 はんもんおうのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγωνία, οδύνη
煩労 はんろう

ουσιαστικό

  1. 01 ταλαιπωρία, κόποι, επίπονες προσπάθειες
煩型 うるさがた

ουσιαστικό

  1. 01 σχολαστικότητα, γκρίνια, μικροπρέπεια
煩悩鷺 ぼんのうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κίτρινος ερωδιός (Ixobrychus sinensis)
煩瑣哲学 はんさてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 σχολαστική φιλοσοφία