395 αποτελέσματα για «特»
特に とくに N4
επίρρημα
- 01 ιδιαίτερα, ειδικά, συγκεκριμένα, ρητά
特別 とくべつ N4
επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ειδικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστός, εξαιρετικός, ασυνήθιστος
特殊 とくしゅ N2
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ειδικός, ιδιαίτερος, ιδιόμορφος, μοναδικός
特徴 とくちょう N3
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστικό, γνώρισμα, ιδιαιτερότητα, ιδιομορφία, διάκριση
特定 とくてい N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκεκριμένος, ιδιαίτερος, καθορισμένος, ειδικός
- 02 καθορισμός, προσδιορισμός, αναγνώριση, εντοπισμός
特有 とくゆう N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 χαρακτηριστικός (για), ιδιάζων (σε)
特性 とくせい
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ειδική ιδιότητα, γνώρισμα, ιδιοσυγκρασία, ιδιομορφία
特権 とっけん N1
ουσιαστικό
- 01 προνόμιο, ειδικό δικαίωμα
特訓 とっくん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική εκπαίδευση, εντατική εκπαίδευση, ταχύρρυθμο σεμινάριο
特化 とっか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξειδίκευση
特徴的 とくちょうてき
επίθετο
- 01 χαρακτηριστικός
- 02 ιδιαίτερος
特製 とくせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδικής κατασκευής, πολυτελής
特技 とくぎ N1
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερη δεξιότητα, ειδικό ταλέντο
特異 とくい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μοναδικός, ιδιόμορφος, ξεχωριστός
特集 とくしゅう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφιέρωμα (π.χ. εφημερίδας), ειδική έκδοση, ρεπορτάζ
特大 とくだい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 υπερμεγέθης, πολύ μεγάλος
特別扱い とくべつあつかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προνομιακή μεταχείριση, ειδική μεταχείριση, διαφορετική μεταχείριση
- 02 ταχεία αποστολή, ειδική παράδοση
特典 とくてん
ουσιαστικό
- 01 προνόμιο, ειδική μεταχείριση, όφελος, εξουσία, παροχή, ανέση
特色 とくしょく N2
ουσιαστικό
- 01 χαρακτηριστικό, ιδιαίτερο γνώρισμα, ιδιαιτερότητα, διακριτική ποιότητα, ξεχωριστός χαρακτήρας
- 02 spot color (ειδικό χρώμα εκτύπωσης)
特例 とくれい
ουσιαστικό
- 01 ειδική περίπτωση, εξαίρεση