15 αποτελέσματα για «狙»

狙う ねらう N2

ρήμα

  1. 01 σημαδεύω
  2. 02 επιδιώκω (κάτι ή κάποιον), εποφθαλμιώ, σκοπεύω να το κάνω δικό μου
  3. 03 στοχεύω, αποσκοπώ σε, θέτω ως στόχο
狙い ねらい N2

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι (π.χ. όπλου, τόξου)
  2. 02 σκοπός, στόχος, αντικείμενο, πρόθεση
狙撃 そげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βολή, σκοποβολή από απόσταση
狙いを定める ねらいをさだめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στοχεύω, βάζω στο μάτι, εστιάζω
狙い通り ねらいどおり

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σύμφωνα με το σχέδιο, όπως είχε προγραμματιστεί, ακριβώς στον στόχο
狙いをつける ねらいをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 στοχεύω, παίρνω σημάδι
狙い撃ち ねらいうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελεύθερη σκοποβολή, βολή, πυροβολισμός από απόσταση
  2. 02 θέση ενός στόχου και εκτέλεσή του
狙撃手 そげきしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος σκοπευτής
狙い目 ねらいめ

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία, κατάλληλη στιγμή, στόχος, αντικειμενικός σκοπός
狙撃銃 そげきじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφέκιο ελεύθερου σκοπευτή
狙撃兵 そげきへい

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος σκοπευτής, ακροβολιστής
狙いすます ねらいすます

ρήμα

  1. 01 στοχεύω προσεκτικά
狙いどころ ねらいどころ

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος, αντικειμενικός σκοπός
狙い撃つ ねらいうつ

ρήμα

  1. 01 σημαδεύω και πυροβολώ
  1. 01 στοχεύω
  2. 02 σημαδεύω
  3. 03 παρακολουθώ
  4. 04 καταδιώκω