12 αποτελέσματα για «率»
率いる ひきいる N1
ρήμα
- 01 οδηγώ, ηγούμαι, καθοδηγώ, πρωτοστατώ (σε μια ομάδα), διοικώ (στρατεύματα)
率 りつ N3
ουσιαστικό
- 01 ρυθμός, αναλογία, ποσοστό, λόγος
率直 そっちょく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ειλικρινής, ανυπόκριτος, ευθύς, άμεσος, ανοιχτόκαρδος
率先 そっせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναλαμβάνω την πρωτοβουλία
率直に言って そっちょくにいって
άλλο
- 01 για να είμαι ειλικρινής
率先垂範 そっせんすいはん
ουσιαστικό
- 01 δίνω το καλό παράδειγμα, παίρνω την πρωτοβουλία σε κάτι καθοδηγώντας τους υπόλοιπους με τη στάση μου
率土 そっと
ουσιαστικό
- 01 άκρα της γης, απομακρυσμένες περιοχές, παραμεθόριος
率先躬行 そっせんきゅうこう
ουσιαστικό
- 01 ηγούμαι μιας πράξης, δίνω το παράδειγμα στην πράξη
率由 そつゆう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακολουθώ (ένα προηγούμενο, προγενέστερο παράδειγμα, κ.λπ.)
率を定める りつをさだめる
άλλο, ρήμα
- 01 ορίζω τον συντελεστή
率る いる
ρήμα
- 01 ηγούμαι, πρωτοστατώ, διοικώ
- 02 μεταφέρω, παίρνω μαζί
率
- 01 αναλογία
- 02 ρυθμός, ποσοστό
- 03 αναλογία
- 04 τοις εκατό
- 05 παράγοντας
- 06 ηγούμαι
- 07 πρωτοπορώ, ηγούμαι
- 08 διοικώ