14 αποτελέσματα για «甚»

甚だ はなはだ N1

επίρρημα

  1. 01 πολύ, εξαιρετικά, υπερβολικά, ιδιαίτερα, αρκετά
甚だしい はなはだしい N2

επίθετο

  1. 01 ακραίος, υπερβολικός, τρομερός, έντονος, σοβαρός, σημαντικός, μεγάλος (ζημιά)
甚大 じんだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πολύ μεγάλος, τεράστιος, σοβαρός
甚振る いたぶる

ρήμα

  1. 01 βασανίζω, παρενοχλώ, πειράζω
  2. 02 εκβιάζω, αποσπώ χρήματα
甚平 じんべい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ βαμβακερό καλοκαιρινό ρούχο που αποτελείται από σορτς μέχρι το γόνατο και κοντομάνικο σακάκι
甚兵衛 じんべえ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ βαμβακερό καλοκαιρινό ένδυμα που αποτελείται από σορτς μέχρι το γόνατο και κοντομάνικο σακάκι
甚句 じんく

ουσιαστικό

  1. 01 ζινκού, ζωηρό ιαπωνικό παραδοσιακό τραγούδι ή μελωδία χορού
甚六 じんろく

ουσιαστικό

  1. 01 ηλίθιος, καθυστερημένος
甚深 じんしん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά βαθύς, βαθυστόχαστος
甚だ以て はなはだもって

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εξαιρετικά, πάρα πολύ
甚兵衛鮫 じんべえざめ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοκαρχαρίας (Rhincodon typus)
甚平鮫 じんべいざめ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλαινοκαρχαρίας (Rhincodon typus)
甚寒 じんかん

ουσιαστικό

  1. 01 δριμύ ψύχος
  1. 01 πάρα πολύ
  2. 02 πολύ
  3. 03 μεγάλος
  4. 04 υπερβολικά