98 αποτελέσματα για «甲»

甲高い かんだかい

επίθετο

  1. 01 οξύς, διαπεραστικός, στριγγός
こう N1

ουσιαστικό

  1. 01 καβούκι, κέλυφος
  2. 02 πρώτος στην κατάταξη, άριστος, πρώτης κατηγορίας
  3. 03 κουντεπιέ, ράχη του ποδιού, ράχη του χεριού
  4. 04 το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος (π.χ. σε συμβόλαιο), ενάγων (νομική ορολογία)
甲斐 かい

ουσιαστικό

  1. 01 αποτέλεσμα (που καθιστά μια πράξη αξιόλογη), αξία (στο να κάνει κανείς κάτι), όφελος, αποτέλεσμα, χρησιμότητα, πλεονέκτημα, αντίκρισμα
甲斐がある かいがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδίδω, καρποφορώ, αξίζω τον κόπο, ανταμείβω, έχω αποτέλεσμα
甲板 かんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστρωμα (πλοίου)
甲板 こういた

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω επιφάνεια (τραπεζιού, πάγκου κ.λπ.), επιφάνεια
甲冑 かっちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πανοπλία και κράνος
甲羅 こうら

ουσιαστικό

  1. 01 κέλυφος (καβουριού, χελώνας, κ.λπ.), θώρακας, κοιλιακή ασπίδα
  2. 02 πλάτη (προσώπου)
  3. 03 χρόνια εμπειρίας
甲子園 こうしえん

ουσιαστικό

  1. 01 στάδιο Κόσιεν (γήπεδο μπέιζμπολ στη Νισινομίγια του νομού Χιόγκο)
  2. 02 εθνικό πρωτάθλημα μπέιζμπολ λυκείων (διεξάγεται ετησίως τον Αύγουστο στο στάδιο Κόσιεν), θερινό Κόσιεν
  3. 03 εθνικό προσκλητήριο πρωτάθλημα μπέιζμπολ λυκείων (διεξάγεται ετησίως τον Μάρτιο στο στάδιο Κόσιεν), ανοιξιάτικο Κόσιεν
甲斐性 かいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επινοητικότητα, ικανότητα (κυρίως για την εξασφάλιση των προς το ζην), αξιοπιστία
甲斐甲斐しい かいがいしい

επίθετο

  1. 01 επιμελής και δραστήριος, εργατικός, αφοσιωμένος, ζωηρός
甲斐 がい

επίθημα

  1. 01 αποτέλεσμα (που καθιστά μια πράξη αξιόλογη), αξία (στο να κάνει κανείς κάτι), όφελος, αντίκτυπο, χρησιμότητα, πλεονέκτημα
甲殻 こうかく

ουσιαστικό

  1. 01 κέλυφος, όστρακο, θώρακας (ζώου)
甲府 こうふ

ουσιαστικό

  1. 01 Κόφου (πόλη στην Ιαπωνία, στον νομό Γιαμανάσι)
甲斐がない かいがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 άχρηστος, μάταιος
甲斐性なし かいしょうなし

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστος, ανίκανος άνθρωπος
甲殻類 こうかくるい

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακόστρακο
甲虫 こうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σκαθάρι
甲乙つけがたい こうおつつけがたい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δύσκολο να πει κανείς ποιο από τα δύο είναι καλύτερο, δύσκολο να διακρίνει κανείς τη διαφορά, μικρή η διαφορά μεταξύ τους
甲乙 こうおつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος και δεύτερος, Α και Β
  2. 02 ανωτερότητα και κατωτερότητα, διάκριση (ως προς την ποιότητα), διακριτική ικανότητα, διαχωρισμός