15 αποτελέσματα για «癒»
癒す いやす
ρήμα
- 01 θεραπεύω, γιατρεύω, ικανοποιώ (π.χ. πείνα, δίψα), ανακουφίζω (π.χ. λύπη, κούραση)
癒える いえる
ρήμα
- 01 θεραπεύομαι, αναρρώνω
癒し いやし
ουσιαστικό
- 01 ίαση, ανακούφιση, θεραπεία, παρηγοριά, εύνοια
癒る いる
ρήμα
- 01 ηρεμώ, γαληνεύω
癒着 ゆちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσφυση, σύμφυση, συνένωση
- 02 συνωμοσία, συμπαιγνία, διαπλοκή
癒し系 いやしけい
ουσιαστικό
- 01 καταπραϋντικός, παρηγορητικός, ηρεμιστικός, θεραπευτικός, χαλαρωτικός
癒合 ゆごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκόλληση, συνένωση, επούλωση, σύμφυση
癒着関係 ゆちゃくかんけい
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά στενή σχέση, σχέση διαπλοκής
癒着胎盤 ゆちゃくたいばん
ουσιαστικό
- 01 διεισδυτικός πλακούντας
癒着体質 ゆちゃくたいしつ
ουσιαστικό
- 01 τάση για τη δημιουργία σχέσεων διαπλοκής, προδιάθεση για ανάπτυξη ανάρμοστων σχέσεων
癒傷組織 ゆしょうそしき
ουσιαστικό
- 01 ιστός επούλωσης πληγών
癒し犬 いやしけん
ουσιαστικό
- 01 σκύλος θεραπείας
癒ゆ いゆ
ρήμα
- 01 αναρρώνω, θεραπεύομαι
癒瘡木 ゆそうぼく
ουσιαστικό
- 01 γουαϊάκιο (Guaiacum officinale), γουαϊάκιο το ρωμαλέο, ξύλο γουαϊακίου
癒
- 01 ίαση, θεραπεία
- 02 θεραπεία, ίαση
- 03 σβήνω (δίψα)
- 04 προκαλώ, επιφέρω