318 αποτελέσματα για «発»

発見 はっけん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανακάλυψη, ανίχνευση, εύρεση
発言 はつげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δήλωση, παρατήρηση, σχόλιο, εκφορά λόγου, ομιλία, πρόταση
発生 はっせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση, συμβάν, ξέσπασμα, γένεση (π.χ. πολιτισμού)
  2. 02 παραγωγή (ενέργειας, θερμότητας κ.λπ.), δημιουργία
  3. 03 οντογένεση, ανάπτυξη, εξέλιξη, αναπαραγωγή
発する はっする

ρήμα

  1. 01 βγάζω, εκφέρω, παράγω, εκπέμπω, αποβάλλω
  2. 02 εκδίδω, στέλνω, δίνω
  3. 03 φεύγω, αναχωρώ
  4. 04 συμβαίνω, εμφανίζομαι
  5. 05 εκτοξεύω, πυροβολώ
発表 はっぴょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανακοίνωση, δημοσίευση, παρουσίαση, δήλωση, ανακοινωθέν, γνωστοποίηση, αποκάλυψη (είδησης), έκφραση (άποψης), κυκλοφορία, διάθεση
はつ N2

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αναχώρηση, αναχωρώ από, αναχωρώ στις (π.χ. 8:30)
  2. 02 αποστολή από, με ημερομηνία (π.χ. επιστολής), χρονολογημένος
  3. 03 μετρητής κινητήρων (σε αεροσκάφος)
  4. 04 μετρητής για πυροβολισμούς, εκρήξεις αερίου κ.λπ., σφαίρες, βόμβες κ.λπ., χτυπήματα (γροθιές), αστεία, λογοπαίγνια κ.λπ., ιδέες, σκέψεις ή εικασίες
  5. 05 μετρητής για εκσπερματώσεις ή σεξουαλικές επαφές
ハツ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδιο πράσινου δράκου
  2. 02 νικητήριο χέρι με μια τριάδα (ή τετράδα) από πλακίδια πράσινου δράκου
発揮 はっき N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίδειξη (δύναμης, ικανότητας κ.λπ.), εκδήλωση, εμφάνιση
発展 はってん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, εξέλιξη, επέκταση, εξάπλωση, ακμή, ευημερία
  2. 02 εξέλιξη (κατάστασης, ιστορίας κ.λπ.), πρόοδος, αποκάλυψη
  3. 03 ερωτικά παιχνίδια (ιδίως για ομοφυλόφιλους άνδρες), ενεργή σεξουαλική ζωή
発動 はつどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέτω σε λειτουργία
  2. 02 επίκληση
発想 はっそう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδέα, σύλληψη
  2. 02 τρόπος σκέψης, προσέγγιση
  3. 03 έκφραση
発射 はっしゃ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτόξευση (πυραύλου ή βλήματος), βολή, πυροδότηση, εκσφενδόνιση
  2. 02 εκσπερμάτιση
発達 はったつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, εξέλιξη
  2. 02 πρόοδος, ανάπτυξη, εξέλιξη
  3. 03 επέκταση, ενδυνάμωση (ενός τυφώνα, μιας περιοχής χαμηλής πίεσης κ.λπ.)
  4. 04 αναπτυξιακή διαταραχή, άτομο με αναπτυξιακή διαταραχή
発覚 はっかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκάλυψη (συνωμοσίας, απάτης, κ.λπ.), ανίχνευση, φανέρωση, έλευση στο φως
発明 はつめい N3

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 εφεύρεση
  2. 02 ευφυής, έξυπνος
発行 はっこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση (εφημερίδας, περιοδικού, βιβλίου κ.λπ.), τεύχος
  2. 02 έκδοση (χαρτονομισμάτων, ομολόγων, διαβατηρίου κ.λπ.)
  3. 03 διοργάνωση, οργάνωση (μιας εκδήλωσης)
発売 はつばい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πώληση, διάθεση προς πώληση, κυκλοφορία στην αγορά, έκδοση (προς πώληση)
発信 はっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή, μετάδοση, διαβίβαση, υποβολή
  2. 02 ενημέρωση (π.χ. γνώμης), κοινοποίηση (σκέψεων κ.λπ.), γνωστοποίηση
発音 はつおん N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προφορά
  2. 02 παραγωγή ήχου
発進 はっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση (από βάση), απογείωση, εκτόξευση
  2. 02 εκκίνηση (κίνησης, οχήματος), ξεκίνημα, αναχώρηση