21 αποτελέσματα για «的»

てき

επίθημα, επίθετο

  1. 01 -ικός, -ός, -ης
  2. 02 σαν, παρόμοιος με, κάτι σαν, τύπου
  3. 03 κάτι σαν, στα πλαίσια του
  4. 04 από άποψη, όσον αφορά, από πλευράς, ως προς
  5. 05 κύριος, κυρία
的確 てきかく N2

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακριβής, συγκεκριμένος, κατάλληλος, εύστοχος, σωστός
まと

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος, σκοπός
  2. 02 αντικείμενο, υποκείμενο, επίκεντρο
  3. 03 σημείο (π.χ. μιας επιχειρηματολογίας)
的中 てきちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευστοχία, χτύπημα στο κέντρο του στόχου
  2. 02 επιβεβαίωση, επαλήθευση, πέτυχα διάνα
的外れ まとはずれ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκτός στόχου, άστοχος, εκτός θέματος, ακατάλληλος
的を射る まとをいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εύστοχος, ουσιαστικός
的場 まとば

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή στόχου (π.χ. τοξοβολία), σκοπευτήριο (π.χ. τυφέκιο, βολή)
的中率 てきちゅうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό ευστοχίας, ποσοστό επιτυχίας, ακρίβεια
的を絞る まとをしぼる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εστιάζω, περιορίζω το εύρος, στοχεύω
的を得る まとをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι εύστοχος, είμαι εύστοχος στην ουσία
的矢 まとや

ουσιαστικό

  1. 01 βέλος και στόχος
  2. 02 βέλος που χρησιμοποιείται για σκοποβολή
的屋 てきや

ουσιαστικό

  1. 01 πλανόδιος πωλητής (ειδικά σε πανηγύρια), μικροπωλητής, υπαίθριος έμπορος, επιτήδειος, νταραβεριτζής, πωλητής αμφίβολης ποιότητας εμπορευμάτων
的を当てる まとをあてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω τον στόχο
的射 まとい

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοβολία σε στόχο (με τόξο και βέλη)
的を逸れる まとをそれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αστοχώ
的に達しない まとにたっしない

άλλο

  1. 01 αστοχώ, δεν πετυχαίνω τον στόχο
的鯛 まとうだい

ουσιαστικό

  1. 01 ματόψαρο (Zeus faber)
的矢かき まとやかき

ουσιαστικό

  1. 01 στρείδι Ματόγια (από τον κόλπο Ματόγια, νομός Μίε)
的串 まとぐし

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη βάση στόχου (στην τοξοβολία)
的球 まとだま

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος (στα παιχνίδια με στέκα)