304 αποτελέσματα για «直»

直接 ちょくせつ N3

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 άμεσος, προσωπικός, από πρώτο χέρι
直す なおす N4

ρήμα, επίθημα

  1. 01 επισκευάζω, διορθώνω (ένα λάθος, μια κακή συνήθεια κ.λπ.), βάζω σε τάξη, αποκαθιστώ, ισιώνω (π.χ. μια γραβάτα), φτιάχνω (π.χ. τα μαλλιά μου), αναζωογονώ (το ηθικό μου)
  2. 02 αλλάζω, τροποποιώ, μετατρέπω, μεταφράζω
  3. 03 ξαναβάζω στη θέση του, τακτοποιώ
  4. 04 θεραπεύω, γιατρεύω
  5. 05 προάγω, ανεβάζω (σε θέση)
  6. 06 ξανακάνω
直後 ちょくご N2

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αμέσως μετά
直前 ちょくぜん N2

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ακριβώς πριν, λίγο πριν
  2. 02 ακριβώς μπροστά, λίγο μπροστά
直撃 ちょくげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεσο χτύπημα
直感 ちょっかん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίσθηση, ένστικτο, προαίσθημα
直し なおし

ουσιαστικό

  1. 01 διόρθωση, αποκατάσταση
  2. 02 επιδιόρθωση, επισκευή
直る なおる N4

ρήμα

  1. 01 επιδιορθώνομαι, επισκευάζομαι, φτιάχνομαι
  2. 02 επανέρχομαι στο φυσιολογικό, αναρρώνω (π.χ. από θυμό), αποκαθίσταμαι, βελτιώνομαι, ανακάμπτω, στρώνω
  3. 03 διορθώνομαι, αποκαθίσταμαι, εξορθολογίζομαι
  4. 04 τακτοποιούμαι, θεραπεύομαι, γιατρεύομαι
  5. 05 κάθομαι σωστά
  6. 06 προάγομαι, ανελίσσομαι
  7. 07 συγχωρούμαι για τα εγκλήματά μου
じき N3

επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σύντομα, σε λίγο, σε λίγο καιρό, άμεσα
  2. 02 κοντά, πλησίον
  3. 03 άμεσος, ευθύς
  4. 04 συναλλαγή επί τόπου, τοις μετρητοίς συναλλαγή
直接的 ちょくせつてき

επίθετο

  1. 01 άμεσος
直ちに ただちに N3

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, ευθύς, ακαριαία, χωρίς καθυστέρηση
  2. 02 απευθείας (π.χ. κοιτάζω, οδηγώ), άμεσα, αυτόματα (π.χ. σημαίνω, καταλήγω σε)
直面 ちょくめん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιπαράθεση
  2. 02 αντιμετωπίζω, αναμετριέμαι
直面 ひためん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 εκτέλεση χωρίς μάσκα
直視 ちょくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω κατάματα κάτι, κοιτάζω κάποιον στα μάτια
直々 じきじき

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπροσώπως, προσωπικά, απευθείας
直径 ちょっけい N2

ουσιαστικό

  1. 01 διάμετρος
じか

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος
直属 ちょくぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεσος έλεγχος, άμεση εποπτεία
直ぐに すぐに

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, δίχως καθυστέρηση, παραυτά, στη στιγμή
直線 ちょくせん N2

ουσιαστικό

  1. 01 ευθεία γραμμή