50 αποτελέσματα για «看»
看板 かんばん N2
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα, διαφημιστική πινακίδα, ταμπελάκι πόρτας
- 02 πόλος έλξης, ατραξιόν, χαρακτηριστικό, εκπρόσωπος, διακοσμητική φιγούρα
- 03 φήμη (ενός καταστήματος), όνομα
- 04 εμφάνιση, όψη, θέαμα
- 05 κλείσιμο (για την ημέρα, ειδικά ενός εστιατορίου ή μπαρ), ώρα κλεισίματος
看病 かんびょう N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νοσηλεία ασθενούς
看護師 かんごし
ουσιαστικό
- 01 νοσηλευτής, νοσηλεύτρια, πτυχιούχος νοσηλευτής
看破 かんぱ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαβλέπω, διαισθάνομαι (π.χ. τα ψέματα κάποιου), διαβάζω (π.χ. τις σκέψεις), διεισδύω, εντοπίζω
看護婦 かんごふ N4
ουσιαστικό
- 01 νοσοκόμα
看過 かんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραβλέπω, κάνω τα στραβά μάτια
看護 かんご N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νοσηλεία, στρατιωτικός νοσοκόμος
看守 かんしゅ
ουσιαστικό
- 01 δεσμοφύλακας, φύλακας φυλακών
看る みる
ρήμα
- 01 φροντίζω (συχνά ιατρικά), επιμελούμαι
看取る みとる
ρήμα
- 01 φροντίζω έναν ασθενή, νοσηλεύω, παρευρίσκομαι στο προσκέφαλο κάποιου την ώρα του θανάτου του
看板娘 かんばんむすめ
ουσιαστικό
- 01 ελκυστική κοπέλα που λειτουργεί ως πρόσωπο της επιχείρησης για να προσελκύει πελάτες στο κατάστημα
看護学校 かんごがっこう
ουσιαστικό
- 01 νοσηλευτική σχολή, νοσηλευτικό κολέγιο
看護師長 かんごしちょう
ουσιαστικό
- 01 προϊστάμενος νοσηλευτής
看護士 かんごし
ουσιαστικό
- 01 νοσοκόμος
看取 かんしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαβλέπω, αντιλαμβάνομαι, παρατηρώ, υποψιάζομαι
看視 かんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσέχω, παρακολουθώ, επιβλέπω, φυλάσσω
看護人 かんごにん
ουσιαστικό
- 01 νοσοκόμος, φροντιστής
看板商品 かんばんしょうひん
ουσιαστικό
- 01 ναυαρχίδα προϊόν, ηγετικό προϊόν, προϊόν-σήμα κατατεθέν
看板を下ろす かんばんをおろす
άλλο, ρήμα
- 01 κλείνω την επιχείρησή μου
看護学 かんごがく
ουσιαστικό
- 01 νοσηλευτική, νοσηλευτική επιστήμη