193 αποτελέσματα για «知»

知る しる N5

ρήμα

  1. 01 γνωρίζω, έχω επίγνωση, συνειδητοποιώ, μαθαίνω, ανακαλύπτω
  2. 02 αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, παρατηρώ, συνειδητοποιώ
  3. 03 καταλαβαίνω, κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
  4. 04 γνωρίζω, είμαι εξοικειωμένος (με)
  5. 05 βιώνω, περνάω, γνωρίζω (π.χ. δυσκολίες)
  6. 06 γνωρίζω, γνωρίζομαι (με κάποιον)
  7. 07 με αφορά, είναι δική μου υπόθεση, είναι δική μου ευθύνη
知識 ちしき N3

ουσιαστικό

  1. 01 γνώση, πληροφορία
知り合い しりあい

ουσιαστικό

  1. 01 γνωστός
知れる しれる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι γνωστός, αποκαλύπτομαι, ανακαλύπτομαι
  2. 02 είμαι γνωστός, γίνομαι κατανοητός
  3. 03 είμαι ασήμαντος, δεν είναι κάτι το σπουδαίο
  4. 04 είμαι φανερός, είμαι προφανής, εννοείται
  5. 05 είμαι πολύ έντονος (για ανησυχία, ελπίδα κ.λπ.), είμαι σοβαρός
知り合う しりあう

ρήμα

  1. 01 γνωρίζομαι, κάνω γνωριμία
知恵 ちえ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σοφία, ευστροφία, οξυδέρκεια, λογική, νοημοσύνη
  2. 02 Πράτζνα (διορατικότητα που οδηγεί στη φώτιση)
知らせ しらせ N3

ουσιαστικό

  1. 01 είδηση, νέα, πληροφορία, ανακοίνωση, ειδοποίηση, γνωστοποίηση
  2. 02 προμήνυμα, οιωνός, προαίσθημα, σημάδι
知らす しらす

ρήμα

  1. 01 πληροφορώ, ειδοποιώ
  2. 02 γνωρίζω, ξέρω
  3. 03 βασιλεύω

ουσιαστικό

  1. 01 σοφία
  2. 02 ανώτερη γνώση
知性 ちせい N1

ουσιαστικό

  1. 01 νοημοσύνη
知人 ちじん N2

ουσιαστικό

  1. 01 φίλος, γνωστός
知能 ちのう N3

ουσιαστικό

  1. 01 νοημοσύνη, διάνοια, μυαλό
知的 ちてき N1

επίθετο

  1. 01 πνευματικός
知る限り しるかぎり

άλλο

  1. 01 από όσο γνωρίζω
知らしめる しらしめる

ρήμα

  1. 01 γνωστοποιώ
知れ渡る しれわたる

ρήμα

  1. 01 διαδίδεται, γίνεται παγκοσμίως γνωστό, εξαπλώνεται (για φήμη, φήμη, κ.λπ.)
知覚 ちかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίληψη, αίσθηση, επίγνωση
知らないうちに しらないうちに

άλλο

  1. 01 πριν το καταλάβει κανείς, χωρίς να το αντιληφθεί, εν αγνοία του, δίχως να το προσέξει
知らず知らず しらずしらず

επίρρημα

  1. 01 ασυναίσθητα, χωρίς να το καταλάβω, εν αγνοία μου, απροειδοποίητα
知名度 ちめいど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός οικειότητας, δημοτικότητα, αναγνωρισιμότητα ονόματος, διασημότητα