95 αποτελέσματα για «研»

研究 けんきゅう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έρευνα, μελέτη, διερεύνηση
研究所 けんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό ινστιτούτο, ερευνητικό εργαστήριο
研究者 けんきゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητής
研究室 けんきゅうしつ N4

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστήριο
  2. 02 αίθουσα σεμιναρίων
  3. 03 γραφείο καθηγητή
研ぎ澄ます とぎすます

ρήμα

  1. 01 ακονίζω, τροχίζω, οξύνω
研修 けんしゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπαίδευση (ιδίως ενδοϋπηρεσιακή), σεμινάριο εισαγωγής
けん

ουσιαστικό

  1. 01 έρευνα (ινστιτούτο, εργαστήριο, ομάδα κ.λπ.)
研究員 けんきゅういん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητής, εργαζόμενος σε εργαστήριο
研究会 けんきゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητική εταιρεία
  2. 02 ομάδα μελέτης (π.χ. θρησκευτική)
  3. 03 σεμινάριο (π.χ. παρουσίαση έρευνας)
研ぐ とぐ N1

ρήμα

  1. 01 ακονίζω, τροχίζω, ξύνω
  2. 02 πλένω (ρύζι)
  3. 03 τρίβω, γυαλίζω, στιλβώνω
研鑽 けんさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμελής μελέτη, αφοσίωση στη μάθηση
研究成果 けんきゅうせいか

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικά αποτελέσματα
研究機関 けんきゅうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό ίδρυμα
研究部 けんきゅうぶ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 τμήμα έρευνας, ερευνητικός όμιλος (για παράδειγμα σε σχολείο ή πανεπιστήμιο)
研究対象 けんきゅうたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό αντικείμενο
研磨 けんま

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τρίψιμο, λείανση
  2. 02 εξάσκηση (δεξιότητας, γνώσης κ.λπ.), αφοσίωση (στη μελέτη), αυτοπειθαρχία
研究家 けんきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητής, μελετητής
研修医 けんしゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικευόμενος ιατρός
研究開発 けんきゅうかいはつ

ουσιαστικό

  1. 01 έρευνα και ανάπτυξη
研究資料 けんきゅうしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό (δεδομένα) για έρευνα, ερευνητικό υλικό