Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
5 αποτελέσματα για «碾»
碾磑
てんがい
ουσιαστικό
01
νερόμυλος, υδραυλική μυλόπετρα
碾き割り
ひきわり
ουσιαστικό
01
άλεσμα, θρυμματισμός (π.χ. σιταριού, κριθαριού)
02
αλεσμένο κριθάρι, θρυμματισμένο κριθάρι
碾き割り麦
ひきわりむぎ
ουσιαστικό
01
τριμμένο κριθάρι, σπασμένο κριθάρι
碾き割る
ひきわる
ρήμα
01
αλέθω, θρυμματίζω
碾
01
γουδί
02
αλέθω