32 αποτελέσματα για «磨»

磨く みがく N5

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω, στιλβώνω, τρίβω, βουρτσίζω (τα δόντια), τροχίζω (π.χ. έναν φακό)
  2. 02 βελτιώνω, τελειοποιώ (μια δεξιότητα κ.ά.), ακονίζω, καλλιεργώ (το χαρακτήρα μου)
磨き上げる みがきあげる

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω, στιλβώνω
磨き みがき

ουσιαστικό

  1. 01 γυάλισμα, στίλβωση
  2. 02 βελτίωση, εξάσκηση
磨きをかける みがきをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 τελειοποιώ, βελτιώνω, ακονίζω, ολοκληρώνω
  2. 02 γυαλίζω (με τρίψιμο)
磨り減る すりへる

ρήμα

  1. 01 φθείρομαι, τρίβομαι, λιώνω
  2. 02 συρρικνώνομαι, μειώνομαι
磨りガラス すりガラス

ουσιαστικό

  1. 01 θαμπό γυαλί, αμμοβολημένο γυαλί
磨き込む みがきこむ

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω, τρίβω επιμελώς
磨き立てる みがきたてる

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω (επιμελώς), στολίζω
磨き粉 みがきこ

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη γυαλίσματος
磨石 とぎいし

ουσιαστικό

  1. 01 ακονόπετρα, τροχός ακονίσματος
磨羯宮 まかつきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αιγόκερως (το δέκατο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου), ο τράγος
磨製石器 ませいせっき

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο από λειασμένο λίθο, λειασμένο λίθινο εργαλείο
磨き布 みがきぬの

ουσιαστικό

  1. 01 πανί γυαλίσματος
磨崖仏 まがいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική μορφή λαξευμένη σε βραχώδη επιφάνεια
磨損 まそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φθορά, τριβή, απώλεια λόγω τριβής
磨り出す すりだす

ρήμα

  1. 01 γυαλίζω
磨穿鉄硯 ませんてっけん

ουσιαστικό

  1. 01 επιδεικνύω ακάματη επιμέλεια στις σπουδές μου, διαβρώνω ένα μεταλλικό μελανοδοχείο από την αδιάκοπη μελέτη
磨き砂 みがきずな

ουσιαστικό

  1. 01 αμμοκονία για γυάλισμα
磨製 ませい

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοτεχνικός, κατασκευασμένος με λείανση πέτρας
磨研紙 まけんし

ουσιαστικό

  1. 01 σμυριδόχαρτο