23 αποτελέσματα για «穿»
穿つ うがつ
ρήμα
- 01 τρυπώ, διαπερνώ, διατρυπώ
- 02 πετυχαίνω τον στόχο, φτάνω στην ουσία, αποδίδω με ακρίβεια
- 03 φορώ, ενδύομαι
穿る ほじる
ρήμα
- 01 σκαλίζω, ανασκάπτω, καθαρίζω (μύτη, δόντια, αυτιά)
- 02 ερευνώ επίμονα, εξετάζω προσεκτικά, αναμοχλεύω
穿孔 せんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάτρηση, τοτρύπημα, γεώτρηση
穿鑿 せんさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διερεύνηση, ανακάλυψη, αδιάκριτη ανάμειξη, έρευνα, επέμβαση στα ξένα ζητήματα
- 02 ανασκαφή, εκσκαφή
穿刺 せんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρακέντηση, κέντηση, διάτρηση
穿ち過ぎ うがちすぎ
ουσιαστικό
- 01 υπερβολική ερμηνεία, το να δίνεις υπερβολική σημασία σε κάτι
穿頭 せんとう
ουσιαστικό
- 01 κρανιοτρύπηση, τρυπανισμός
穿孔機 せんこうき
ουσιαστικό
- 01 δράπανο, γεωτρύπανο, κολωνάτο δράπανο
- 02 διατρητική μηχανή, διατρητική μηχανή καρτών
穿山甲 せんざんこう
ουσιαστικό
- 01 παγκολίνος, φολιδωτό μυρμηγκοφάγο
穿孔部 せんこうぶ
ουσιαστικό
- 01 σταθμός διάτρησης
穿通 せんつう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάτρηση
穿ちすぎた うがちすぎた
άλλο
- 01 τραβηγμένος, αβάσιμος, υπερβολικός
穿孔装置 せんこうそうち
ουσιαστικό
- 01 διατρητικός μηχανισμός
穿孔カード せんこうカード
ουσιαστικό
- 01 διάτρητη κάρτα
穿孔テープ せんこうテープ
ουσιαστικό
- 01 διάτρητη ταινία, χάρτινη ταινία
穿孔位置 せんこういち
ουσιαστικό
- 01 θέση διάτρησης, θέση διατρήσεως
穿孔機構 せんこうきこう
ουσιαστικό
- 01 μηχανισμός διάτρησης (π.χ. κάρτας, ταινίας)
穿孔済カード せんこうずみカード
ουσιαστικό
- 01 διάτρητη κάρτα
穿孔通路 せんこうつうろ
ουσιαστικό
- 01 διαδρομή διάτρησης
穿孔翻訳機 せんこうほんやくき
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστική συσκευή