87 αποτελέσματα για «競»
競争 きょうそう N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανταγωνισμός, διαγωνισμός, άμιλλα, αγώνας
- 02 ανταγωνισμός (μεταξύ οργανισμών ή ειδών)
競う きそう
ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, αναμετρώμαι, διαγωνίζομαι
競技 きょうぎ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παιχνίδι, αγώνας, διαγωνισμός, ανταγωνισμός, άθλημα, αθλητική εκδήλωση
競い合う きそいあう
ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
競馬 けいば N2
ουσιαστικό
- 01 ιπποδρομία
競合 きょうごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανταγωνισμός, συναγωνισμός, αντιπαλότητα, διαμάχη
競技場 きょうぎじょう
ουσιαστικό
- 01 στάδιο, αθλητικός χώρος, αγωνιστικός χώρος, αρένα
競争相手 きょうそうあいて
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνιστής, αντίπαλος
競売 きょうばい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δημοπρασία
競走 きょうそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγώνας δρόμου, κούρσα, σπριντ
競泳 きょうえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγωνιστική κολύμβηση, κολυμβητικός αγώνας
競争率 きょうそうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό ανταγωνισμού, ποσοστό επιτυχίας, αναλογία επιτυχόντων προς τον συνολικό αριθμό των αιτούντων
競技会 きょうぎかい
ουσιαστικό
- 01 αθλητικοί αγώνες, αθλητική διοργάνωση
競馬場 けいばじょう
ουσιαστικό
- 01 ιππόδρομος
競り合う せりあう
ρήμα
- 01 παλεύω για, ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι
競り せり
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνισμός, συναγωνισμός
- 02 δημοπρασία
競争心 きょうそうしん
ουσιαστικό
- 01 ανταγωνιστικό πνεύμα
競泳水着 きょうえいみずぎ
ουσιαστικό
- 01 αγωνιστικό μαγιό, αγωνιστικά μαγιό
競る せる
ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι
- 02 πλειοδοτώ
- 03 δημοπρατώ
競歩 きょうほ
ουσιαστικό
- 01 βάδην, αγώνας βάδην