91 αποτελέσματα για «筋»

すじ N3

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 μυς, τένοντας, νεύρο
  2. 02 φλέβα, αρτηρία
  3. 03 ίνα, κλωστή
  4. 04 γραμμή, ρίγα, λωρίδα
  5. 05 λόγος, λογική
  6. 06 πλοκή, υπόθεση (ιστορίας)
  7. 07 καταγωγή, γενεαλογική γραμμή
  8. 08 σχολή (π.χ. επιστημών ή τεχνών)
  9. 09 κλίση, ταλέντο
  10. 10 πηγή (πληροφοριών κ.λπ.), κύκλος, δίαυλος
  11. 11 καλά πληροφορημένο άτομο (σε συναλλαγή)
  12. 12 λογική κίνηση (στο γκο, στο σόγκι κ.λπ.)
  13. 13 ένατη κάθετη γραμμή
  14. 14 ραφή σε κράνος
  15. 15 πηχτή αλιπάστωση (φτιαγμένη από μυς, τένοντες, δέρμα κ.λπ.)
  16. 16 κοινωνική θέση, στάτους
  17. 17 πάνω (σε ποτάμι, δρόμο κ.λπ.), κατά μήκος
  18. 18 μετρητής για μακρόστενα αντικείμενα, μετρητής για δρόμους ή τετράγωνα όταν δίνω οδηγίες
  19. 19 δρόμος (στην Οσάκα)
  20. 20 (περίοδος Έντο) μετρητής για εκατοντάδες μον (απαρχαιωμένη νομισματική μονάδα)
きん

ουσιαστικό

  1. 01 μυς
筋肉 きんにく N3

ουσιαστικό

  1. 01 μυς
筋力 きんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκή δύναμη, σωματική δύναμη
筋書き すじがき

ουσιαστικό

  1. 01 περίληψη, περίγραμμα, πλοκή
筋肉痛 きんにくつう

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκός πόνος, μυαλγία, πιάσιμο μυών, μυϊκή καταπόνηση
筋肉質 きんにくしつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μυώδης
  2. 02 λιτός (για τις λειτουργίες μιας επιχείρησης κ.λπ.)
筋トレ きんトレ

ουσιαστικό

  1. 01 προπόνηση ενδυνάμωσης, προπόνηση με αντίσταση, προπόνηση μυϊκής ανάπτυξης
筋が通る すじがとおる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω νόημα, είμαι συνεπής, είμαι λογικός, ανταποκρίνομαι στη λογική, είμαι συνεκτικός
筋金入り すじがねいり

ουσιαστικό

  1. 01 φανατικός, αμετανόητος, ορκισμένος
  2. 02 μεταλλική ενίσχυση
筋骨隆々 きんこつりゅうりゅう

επίθετο, ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 μυώδης, δυνατοδεμένος
筋違い すじちがい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 κράμπα, διάστρεμμα, πιάσιμο, τράβηγμα (μυϊκό)
  2. 02 παράλογο, παραλογισμός
  3. 03 παράλογος, ασυνάρτητος
  4. 04 εσφαλμένος, άστοχος, λανθασμένος (εκτίμησης, εικασίας)
筋道 すじみち

ουσιαστικό

  1. 01 λογική, αιτιολόγηση
  2. 02 μέθοδος, σύστημα, τάξη, ειρμός (π.χ. μιας επιχειρηματολογίας)
筋の通った すじのとおった

άλλο

  1. 01 ορθολογικός, λογικός, συνεκτικός
筋を通す すじをとおす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενεργώ με λογική σειρά, ακολουθώ την ενδεδειγμένη διαδικασία
筋がいい すじがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω έφεση, έχω ταλέντο
筋骨 きんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 μύες και οστά, σωματική διάπλαση, σωματότυπος
  2. 02 χόνδρος
筋張る すじばる

ρήμα

  1. 01 γίνομαι μυώδης (π.χ. για μύες), γίνομαι ινώδης, γίνομαι δύσκαμπτος
  2. 02 γίνομαι άκαμπτος (για στάση ή συζήτηση), γίνομαι τυπικός, γίνομαι τελετουργικός, γίνομαι αδέξιος (για μια κατάσταση)
筋繊維 きんせんい

ουσιαστικό

  1. 01 μυϊκή ίνα
筋肉バカ きんにくばか

ουσιαστικό

  1. 01 μυώδης βλάκας, άτομο με εμμονή στη μυϊκή ανάπτυξη