112 αποτελέσματα για «管»

管理 かんり N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, διαχείριση, διοίκηση (π.χ. μιας επιχείρησης)
管理人 かんりにん

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριστής, επιστάτης, υπεύθυνος, θυρωρός, φύλακας
  2. 02 φύλακας, εκτελεστής διαθήκης
かん N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 σωλήνας, αυλός
  2. 02 πνευστό μουσικό όργανο
  3. 03 αγγείο, αγωγός, πόρος, κανάλι
  4. 04 επιθετικός προσδιορισμός για αντικείμενα σε σχήμα σωλήνα
くだ N3

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας, αγωγός
  2. 02 μασούρι (σε σαΐτα ή ανέμη)
管理者 かんりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής, διαχειριστής, ιδιοκτήτης, φύλακας, επόπτης, επιβλέπων, υπεύθυνος
  2. 02 root (χρήστης)
管轄 かんかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δικαιοδοσία
  2. 02 έλεγχος
管制 かんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος (από το κράτος), ρύθμιση, συντονισμός
  2. 02 έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας
管理官 かんりかん

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριστής, διευθυντής, επίτροπος
管理職 かんりしょく

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση, διοικητική θέση, διοικητικό αξίωμα, διοικητικό στέλεχος
管理局 かんりきょく

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική υπηρεσία
管内 かんない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός της δικαιοδοσίας, αρμοδιότητα
  2. 02 εντός σωλήνα
管轄外 かんかつがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός της δικαιοδοσίας κάποιου
管区 かんく

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιοδοσία
管理責任 かんりせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντική ευθύνη, εκτελεστική υπευθυνότητα, λογοδοσία
管領 かんりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτός που ασκεί τον έλεγχο, διοικητής
管理システム かんりシステム

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διαχείρισης
管理会社 かんりがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία συντήρησης, εταιρεία διαχείρισης
  2. 02 ιδιοκτήτρια εταιρεία
管制官 かんせいかん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
管制塔 かんせいとう

ουσιαστικό

  1. 01 πύργος ελέγχου
管理体制 かんりたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διαχείρισης