45 αποτελέσματα για «累»

累計 るいけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σωρευτικό σύνολο, συγκεντρωτικό σύνολο, σύνολο μέχρι τώρα
るい

ουσιαστικό

  1. 01 μπέλα, βλαβερή επίδραση, κακή επιρροή, συνενοχή, εμπλοκή
累々 るいるい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σωρός, στοίβα
累積 るいせき

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 συσσώρευση, συσσώρευση αποτελεσμάτων
  2. 02 συσσωρευτικός, συσσωρευμένος
累が及ぶ るいがおよぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι τις συνέπειες των προβλημάτων κάποιου άλλου, εμπλέκομαι σε μπελάδες χωρίς να φταίω
累代 るいだい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διαδοχικές γενιές
累を及ぼす るいをおよぼす

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ μπελάδες (σε κάποιον), έχω επιβλαβή επίδραση (σε κάποιον), εμπλέκω (κάποιον) σε μπελάδες
累進 るいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική προαγωγή, βαθμιαία πρόοδος, κλιμακωτή άνοδος
  2. 02 προοδευτικά αυξανόμενος (φόρου εισοδήματος κ.λπ.)
累乗 るいじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ύψωση σε δύναμη
累卵 るいらん

ουσιαστικό

  1. 01 επικίνδυνη κατάσταση, επισφαλής θέση
  2. 02 στοίβα από αυγά
累進課税 るいしんかぜい

ουσιαστικό

  1. 01 προοδευτική φορολογία, κλιμακωτή φορολόγηση
累積赤字 るいせきあかじ

ουσιαστικό

  1. 01 σωρευτικό έλλειμμα
累犯 るいはん

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' εξακολούθηση αδίκημα, υποτροπή
累犯者 るいはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπότροπος, κατ' εξακολούθηση δράστης
累年 るいねん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διαδοχικά έτη
累次 るいじ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διαδοχικός, επαναλαμβανόμενος
累加 るいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση, προοδευτική αύξηση
累積的 るいせきてき

επίθετο

  1. 01 σωρευτικός
累世 るいせい

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 διαδοχικές γενιές
累月 るいげつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αρκετοί μήνες, πολλοί μήνες