32 αποτελέσματα για «絞»
絞る しぼる N2
ρήμα
- 01 στύβω (πετσέτα, πανί), συμπιέζω
- 02 στύβω (φρούτα για χυμό), πιέζω, εκχυλίζω, αρμέγω, αντλώ γάλα
- 03 στίβω το μυαλό μου, καταπονώ τη φωνή μου
- 04 εκβιάζω, εκμεταλλεύομαι
- 05 μαλώνω άγρια, επιπλήττω αυστηρά, ψέγω
- 06 εκπαιδεύω εντατικά, γυμνάζω
- 07 περιορίζω (την εστίαση), μειώνω
- 08 μαζεύω (κουρτίνα κ.ά.), σφίγγω (κορδόνι)
- 09 κλείνω το διάφραγμα (φακού)
- 10 χαμηλώνω (π.χ. ραδιόφωνο)
- 11 λυγίζω (τόξο), τεντώνω
- 12 κρατώ κάτω, συσφίγγω, ακινητοποιώ
- 13 στύβω, συμπιέζω
絞り出す しぼりだす
ρήμα
- 01 στίβω, στραγγίζω
絞める しめる
ρήμα
- 01 στραγγαλίζω, σφίγγω
絞り込む しぼりこむ
ρήμα
- 01 στύβω, αποστραγγίζω
- 02 περιορίζω, εξειδικεύω
絞め殺す しめころす
ρήμα
- 01 στραγγαλίζω μέχρι θανάτου
絞り上げる しぼりあげる
ρήμα
- 01 στύβω (μέχρι τέλους), στίβω καλά
- 02 εκβιάζω (χρήματα), αποσπώ (χρήματα) με το ζόρι
- 03 επιπλήττω αυστηρά, μαλώνω έντονα
- 04 εκπαιδεύω εξαντλητικά, υποβάλλω σε σκληρή εκπαίδευση
- 05 ζορίζω (τη φωνή μου)
- 06 μαζεύω (μια κουρτίνα) προς τα πάνω
絞り しぼり
ουσιαστικό
- 01 σιμπόρι, τεχνική βαφής με δέσιμο
- 02 διάφραγμα
- 03 συστολή, στύψιμο, στραγγαλισμός
- 04 στύβω
絞殺 こうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στραγγαλισμός
絞 こう
ουσιαστικό
- 01 θάνατος δι' απαγχονισμού (τιμωρία στο σύστημα ριτσουριό)
絞首刑 こうしゅけい
ουσιαστικό
- 01 θάνατος δι' απαγχονισμού, εκτέλεση δι' απαγχονισμού
絞首台 こうしゅだい
ουσιαστικό
- 01 αγχόνη
絞まる しまる
ρήμα
- 01 στραγγαλίζομαι, συσφίγγομαι
絞り込み しぼりこみ
ουσιαστικό
- 01 εξευγενισμός, περιορισμός
絞め技 しめわざ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική στραγγαλισμού (στο τζούντο)
絞首 こうしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγχόνη, θανάτωση με απαγχονισμό
絞り汁 しぼりじる
ουσιαστικό
- 01 στυμμένος χυμός (π.χ. λεμονιού)
絞りたて しぼりたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοστυμμένος (χυμός), φρεσκοαρμεγμένος, φρεσκοεξαχθείς
絞りかす しぼりかす
ουσιαστικό
- 01 υπολείμματα από στράγγιση (π.χ. σάκε, τόφου), κατακάθια, πίτουρο
絞り袋 しぼりぶくろ
ουσιαστικό
- 01 κορνέ ζαχαροπλαστικής, σακούλα κορνέ, σακούλα διακόσμησης
絞殺死体 こうさつしたい
ουσιαστικό
- 01 πτώμα στραγγαλισμένου ατόμου