63 αποτελέσματα για «編»

編む あむ N2

ρήμα

  1. 01 πλέκω, πλέκω μαλλιά, κάνω πλεξούδα
  2. 02 συντάσσω (ανθολογία, λεξικό, κ.λπ.), επιμελούμαι
編集 へんしゅう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επεξεργασία, σύνταξη, επιμέλεια, συλλογή
編成 へんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνθεση, συγκρότηση, οργάνωση, οργάνωση, κατάρτιση
へん

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 συλλογή, επιμέλεια
  2. 02 τόμος
  3. 03 ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο
編入 へんにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή, ενσωμάτωση, στρατολόγηση, εγγραφή
編集者 へんしゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιμελητής (εκδόσεων, κλπ.)
編集長 へんしゅうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχισυντάκτης
編み出す あみだす

ρήμα

  1. 01 επινοώ, σκαρφίζομαι, εφευρίσκω, βρίσκω
  2. 02 πλέκω (ένα σχέδιο σε πουλόβερ, κ.λπ.)
  3. 03 ξεκινώ το πλέξιμο
編集部 へんしゅうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 συντακτική ομάδα
編み込む あみこむ

ρήμα

  1. 01 πλέκω μέσα (ένα μοτίβο, χρώμα, υλικό, κ.λπ.)
編隊 へんたい

ουσιαστικό

  1. 01 σχηματισμός (π.χ. αεροσκαφών)
編纂 へんさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνταξη, επιμέλεια (κυρίως λεξικών, ιστορικών έργων, νομοθετικών κωδίκων)
編み物 あみもの N2

ουσιαστικό

  1. 01 πλέξιμο, πλεκτό υλικό, βελονάκι
編制 へんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οργάνωση, συγκρότηση, διαμόρφωση
編み上げる あみあげる

ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω το πλέξιμο
  2. 02 δένω κορδόνια από κάτω προς τα πάνω
  3. 03 ολοκληρώνω τη σύνταξη (π.χ. ενός λεξικού), ολοκληρώνω την επιμέλεια
編入試験 へんにゅうしけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικές εξετάσεις (για μετεγγραφή φοιτητή)
編曲 へんきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενορχήστρωση, διασκευή
編み目 あみめ

ουσιαστικό

  1. 01 βελονιά
編み上げ あみあげ

ουσιαστικό

  1. 01 ψηλά δετά παπούτσια ή μπότες
編者 へんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιμελητής, συντάκτης