47 αποτελέσματα για «縮»

縮める ちぢめる N2

ρήμα

  1. 01 κονταίνω, μειώνω, ελαττώνω, συμπυκνώνω, συρρικνώνω
  2. 02 τσαλακώνω (ύφασμα), ζαρώνω
  3. 03 μικραίνω (το σώμα μου), μαζεύω (τα πόδια μου), σκύβω (το κεφάλι μου)
縮まる ちぢまる N1

ρήμα

  1. 01 κονταίνω, στενεύω, κλείνω, συρρικνώνομαι
縮む ちぢむ N2

ρήμα

  1. 01 συρρικνώνομαι, μαζεύω, μειώνομαι (σε μέγεθος)
縮こまる ちぢこまる

ρήμα

  1. 01 κουλουριάζομαι, συρρικνώνομαι, μαζεύομαι
縮小 しゅくしょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση, περιορισμός, περικοπή, συρρίκνωση
しゅく

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 φοράω πανοπλία
  2. 02 επιμετρητής για στολές πανοπλίας
縮み上がる ちぢみあがる

ρήμα

  1. 01 παγώνω (από φόβο, έκπληξη κ.λπ.), μαζεύομαι, ανατριχιάζω
  2. 02 συρρικνώνομαι, μαζεύομαι, ζαρώνω
縮図 しゅくず

ουσιαστικό

  1. 01 συρρικνωμένο σχέδιο, μικρογραφία
  2. 02 μικρόκοσμος
縮れる ちぢれる N2

ρήμα

  1. 01 κυματίζω, κατσαρώνω, φριζάρω
縮緬 ちりめん

ουσιαστικό

  1. 01 κρεπ μετάξι (από μεταξωτό ύφασμα)
縮尺 しゅくしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκλίμακα, σμίκρυνση
縮み ちぢみ

ουσιαστικό

  1. 01 συρρίκνωση, στένεμα
  2. 02 βαμβακερό κρεπ
縮れ毛 ちぢれげ

ουσιαστικό

  1. 01 σγουρά μαλλιά, κατσαρά μαλλιά, φουντωτά μαλλιά
縮こめる ちぢこめる

ρήμα

  1. 01 μαζεύω (το σώμα μου), σκύβω (το κεφάλι μου)
縮れ ちぢれ

ουσιαστικό

  1. 01 φριζάρισμα, κατσάρωμα, κυματισμός (για μαλλιά, ζυμαρικά, φύλλα κ.ά.)
縮退 しゅくたい

ουσιαστικό

  1. 01 εκφυλισμός, εκφύλιση
  2. 02 υποβάθμιση (επεξεργαστή, μνήμης κ.λπ.)
縮刷版 しゅくさつばん

ουσιαστικό

  1. 01 έκδοση μειωμένου μεγέθους (ειδικά μιας μη περικομμένης συλλογής εφημερίδας), συμπαγής έκδοση
縮瞳 しゅくどう

ουσιαστικό

  1. 01 μύση, μυϊκή σύσπαση της κόρης του οφθαλμού
縮減 しゅくげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συρρίκνωση, μείωση, περιορισμός
縮らす ちぢらす

ρήμα

  1. 01 κατσαρώνω, σγουραίνω