18 αποτελέσματα για «纏»
纏める まとめる
ρήμα
- 01 συλλέγω, συγκεντρώνω, ενσωματώνω, ενοποιώ, συνενώνω
- 02 συνοψίζω, αθροίζω
- 03 ολοκληρώνω, οριστικοποιώ, διευθετώ, βάζω σε τάξη
- 04 καθιερώνω, αποφασίζω
纏う まとう
ρήμα
- 01 φορώ, ντύνομαι, τυλίγομαι, περιβάλλομαι
纏め まとめ N1
ουσιαστικό
- 01 σύνοψη, ανακεφαλαίωση, συγκέντρωση
纏まる まとまる
ρήμα
- 01 διευθετούμαι, επιλύομαι, συμφωνούμαι, ολοκληρώνομαι
- 02 συλλέγομαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι
- 03 τακτοποιούμαι, οργανώνομαι, ενοποιούμαι, παίρνω μορφή, είμαι συνεκτικός
纏 まとい
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό λάβαρο διακοσμημένο με κρεμαστές λωρίδες χαρτιού ή δέρματος
- 02 πυροσβεστικό λάβαρο (περίοδος Έντο)
纏わり付く まとわりつく
ρήμα
- 01 τυλίγομαι γύρω, σφίγγομαι, προσκολλώμαι
- 02 ακολουθώ κατά πόδας, τριγυρίζω κάποιον
纏わる まつわる
ρήμα
- 01 τυλίγομαι γύρω από κάτι, ακολουθώ κατά πόδας
- 02 σχετίζομαι με, αφορώ, συνδέομαι με
纏まり まとまり N1
ουσιαστικό
- 01 ενότητα, συνοχή, συνέπεια, συντονισμός, τάξη
- 02 διευθέτηση, κατάληξη, κλείσιμο, ολοκλήρωση
纏綿 てんめん
ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα, ρήμα
- 01 μπλέξιμο, έντονη προσκόλληση, εμπλοκή
纏る まつる
ρήμα
- 01 κρυφοβελονιάζω το εσωτερικό μιας πτυχής με ομοιόμορφα κατανεμημένες ραφές (δηλαδή σφίξιμο κορδονιών παπουτσιού)
纏足 てんそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τενσόκου (δέσιμο ποδιών)
纏いつく まといつく
ρήμα
- 01 περιπλέκομαι, τυλίγομαι, ακολουθώ κατά πόδας
纏繞 てんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυλιγμός γύρω από κάτι, εμπλοκή
纏頭 てんとう
ουσιαστικό
- 01 φιλοδώρημα
纏縛 てんばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφιχτό δέσιμο, περιορισμός, δέσμευση, εγκλεισμός, εμπλοκή
- 02 δέσμευση από κακές επιθυμίες, κλέσα (πάθη)
- 03 οικογένεια, εξαρτώμενα πρόσωπα, νοικοκυριό
纏めサイト まとめサイト
ουσιαστικό
- 01 ιστότοπος περιλήψεων, ιστότοπος συγκέντρωσης περιεχομένου, είδος ιστότοπου που προβάλλει περιλήψεις από διαδικτυακά νήματα συζητήσεων και ιστολόγια
纏まった まとまった
άλλο
- 01 μεγάλος, σημαντικός, υπολογίσιμος (π.χ. ποσό)
- 02 καθορισμένος, συνεκτικός, ομοιογενής, ενιαίος
纏
- 01 φοράω
- 02 τυλίγω
- 03 δένω
- 04 περιτριγυρίζω
- 05 μαζεύω