43 αποτελέσματα για «罪»

つみ N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έγκλημα, αμαρτία, παράπτωμα, ατόπημα
  2. 02 ποινή, καταδίκη, τιμωρία
  3. 03 φταίξιμο, σφάλμα, ευθύνη, υπαιτιότητα, ενοχή
  4. 04 απερισκεψία, έλλειψη διακριτικότητας
罪悪感 ざいあくかん

ουσιαστικό

  1. 01 συναισθήματα ενοχής
罪人 ざいにん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκληματίας, παραβάτης, δράστης
罪人 つみびと

ουσιαστικό

  1. 01 αμαρτωλός, κακοποιός, παραβάτης
罪を犯す つみをおかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαπράττω έγκλημα, διαπράττω αμάρτημα
罪深い つみぶかい

επίθετο

  1. 01 αμαρτωλός, κακός, ανήθικος
ざい

επίθημα

  1. 01 έγκλημα
罪に問う つみにとう

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατηγορώ κάποιον, απαγγέλλω κατηγορία σε κάποιον
罪滅ぼし つみほろぼし

ουσιαστικό

  1. 01 εξιλέωση (για αμαρτίες), αποκατάσταση, επανόρθωση, αναπλήρωση (για κάποιο παράπτωμα)
罪状 ざいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 φύση εγκλήματος, κατηγορητήριο
罪悪 ざいあく

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα, αμάρτημα, κακία
罪を着せる つみをきせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρίχνω το φταίξιμο για ένα έγκλημα σε κάποιον
罪作り つみつくり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παραπλανητικός, ανειλικρινής
  2. 02 σκληρός, απάνθρωπος
罪業 ざいごう

ουσιαστικό

  1. 01 αμάρτημα, ανομήματα, έγκλημα
罪科 ざいか

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα, παράπτωμα, έγκλημα, ενοχή, τιμωρία
罪がない つみがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αθώος, χωρίς ενοχή, ακίνδυνος
罪名 ざいめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα αδικήματος, κατηγορία
罪過 ざいか

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα, παράπτωμα, σφάλμα
罪の無い つみのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αθώος, ανεύθυνος
罪を憎んで人を憎まず つみをにくんでひとをにくまず

άλλο

  1. 01 καταδικάζω το αδίκημα, αλλά όχι τον δράστη