55 αποτελέσματα για «翻»
翻弄 ほんろう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξουσιάζω, παίζω με κάποιον, κοροϊδεύω, οδηγώ κάποιον από τη μύτη, παρασύρω, κλυδωνίζω (πλοίο), καταβάλλω
翻訳 ほんやく N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάφραση
- 02 αποκωδικοποίηση, ερμηνεία
- 03 μετάφραση
翻す ひるがえす
ρήμα
- 01 αναποδογυρίζω
- 02 αλλάζω γνώμη, ανατρέπω απόφαση, παίρνω πίσω λόγια, ανακαλώ κατάθεση ή ομολογία
- 03 ανεμίζω σημαία, αφήνω φούστα ή κάπα να κυματίζει στον άνεμο, κάνω να ανεμίζει
翻る ひるがえる
ρήμα
- 01 ανεμίζω (στον άνεμο), κυματίζω, παφλάζω
- 02 αναποδογυρίζω, τουμπάρω
- 03 αλλάζω απότομα (στάση, γνώμη κ.λπ.), μεταβάλλω, αναιρώ
翻 ハン
άλλο
- 01 χαν, φαν, μονάδα που διπλασιάζει το σκορ ενός χεριού
翻意 ほんい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή γνώμης
翻訳家 ほんやくか
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής
翻案 ほんあん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διασκευή (μυθιστορήματος, θεατρικού έργου κ.λπ.)
翻訳機 ほんやくき
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής (συσκευή, πρόγραμμα), μεταφραστική μηχανή
翻訳者 ほんやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής
翻然 ほんぜん
επίρρημα, άλλο
- 01 ξαφνικά, απότομα
- 02 που κυματίζει (σημαία κ.λπ.), ανεμίζων, που ανεμίζει
翻訳書 ほんやくしょ
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση
翻訳文 ほんやくぶん
ουσιαστικό
- 01 μετάφραση, μεταφρασμένο κείμενο, μεταφρασμένη πρόταση
翻訳プログラム ほんやくプログラム
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστής, πρόγραμμα μετάφρασης
翻刻 ほんこく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανατύπωση βιβλίου
翻訳時 ほんやくじ
ουσιαστικό
- 01 χρόνος μετάφρασης, χρόνος μεταγλώττισης
翻訳権 ほんやくけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα μετάφρασης (για ένα βιβλίο)
翻訳語 ほんやくご
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστικός όρος, μεταφραστικό ισοδύναμο
- 02 λέξη δανεισμένη και μεταφρασμένη από άλλη γλώσσα
翻筋斗 もんどり
ουσιαστικό
- 01 κωλοτούμπα
翻訳調 ほんやくちょう
ουσιαστικό
- 01 μεταφραστική γλώσσα, ξενίζουσα γλώσσα