130 αποτελέσματα για «耳»
耳 みみ N5
ουσιαστικό
- 01 αυτί
- 02 ακοή
- 03 αυτί (για τη μουσική κ.λπ.)
- 04 άκρη, κόρα (ψωμιού ή τυριού), μπορντούρα (υφαντού)
- 05 χερούλι (κατσαρόλας, κανάτας κ.λπ.), λαβή
耳元 みみもと
ουσιαστικό
- 01 κοντά στο αυτί
耳にする みみにする
άλλο, ρήμα
- 01 ακούω, τυχαίνει να ακούσω, πέφτει στην αντίληψή μου, πιάνω (τον ήχο)
耳を傾ける みみをかたむける
άλλο, ρήμα
- 01 αφουγκράζομαι, ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή
耳に入る みみにはいる
άλλο, ρήμα
- 01 φτάνει στ' αυτιά μου, πέφτει στην αντίληψή μου, ακούω, μαθαίνω (συμπτωματικά, τυχαία)
- 02 μπαίνει στ' αυτιά μου (π.χ. νερό)
耳打ち みみうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψιθυρισμός στο αυτί κάποιου
耳を澄ます みみをすます
άλλο, ρήμα
- 01 τεντώνω τα αυτιά μου, αφουγκράζομαι προσεκτικά
耳障り みみざわり
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 δυσαρεστος στην ακοη, ενοχλητικος, τραχυς, σκληρος, δυσαρμονικος
耳を貸す みみをかす
άλλο, ρήμα
- 01 δανείζω αυτί, ακούω
耳を塞ぐ みみをふさぐ
άλλο, ρήμα
- 01 βουλώνω τα αυτιά μου
耳を疑う みみをうたがう
άλλο, ρήμα
- 01 δεν πιστεύω στα αυτιά μου
耳鳴り みみなり
ουσιαστικό
- 01 εμβοές, βουητό στα αυτιά
耳たぶ みみたぶ
ουσιαστικό
- 01 λοβός του αυτιού
耳が痛い みみがいたい
άλλο, επίθετο
- 01 ενοχλητικά αληθινός (π.χ. επίπληξη), αισθάνομαι ντροπή από μια παρατήρηση, χτυπάει στον στόχο (π.χ. σχόλιο)
- 02 έχω πόνο στο αυτί, αισθάνομαι πόνο στο αυτί μου
耳に残る みみにのこる
άλλο, ρήμα
- 01 παραμένω στη μνήμη (για ήχους και λέξεις), αντηχώ στα αυτιά
耳かき みみかき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ωτογλυφίδα
- 02 καθαρισμός αυτιών (με ωτογλυφίδα)
耳慣れる みみなれる
ρήμα
- 01 εξοικειώνομαι ακουστικά
耳飾り みみかざり
ουσιαστικό
- 01 σκουλαρίκι
耳栓 みみせん
ουσιαστικό
- 01 ωτοασπίδα (για προστασία από τον θόρυβο ή το νερό)
耳栓 じせん
ουσιαστικό
- 01 τάπα αυτιού (παραδοσιακό κόσμημα που φοριέται στον λοβό του αυτιού, δημοφιλές στην Ιαπωνία κατά την περίοδο Τζόμον)