36 αποτελέσματα για «肌»

はだ N3

ουσιαστικό

  1. 01 δέρμα
  2. 02 σώμα (σε πλαίσιο στενής σωματικής επαφής)
  3. 03 επιφάνεια, νερά (π.χ. ξύλου), υφή
  4. 04 διάθεση, ιδιοσυγκρασία, χαρακτήρας, τύπος
肌寒い はださむい

επίθετο

  1. 01 ψυχρός, λίγο κρύος (που προκαλεί μια δυσάρεστη αίσθηση)
肌で感じる はだでかんじる

ρήμα

  1. 01 κατανοώ μέσα από την εμπειρία
肌色 はだいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα του δέρματος (ενός Ιάπωνα), χρώμα σάρκας, ανοιχτό πορτοκαλί
  2. 02 χρώμα δέρματος, τόνος δέρματος
肌触り はだざわり

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση, υφή
  2. 02 τρόπος συμπεριφοράς (με τους άλλους)
肌身離さず はだみはなさず

επίρρημα, άλλο

  1. 01 πάντα μαζί μου, συνέχεια πάνω μου (κυριολεκτικά: χωρίς να αποχωρίζομαι το σώμα μου)
肌着 はだぎ N2

ουσιαστικό

  1. 01 εσώρουχα, εσωτερικά ρούχα, γυναικεία εσώρουχα, φανελάκι, αμάνικη φανέλα
肌を重ねる はだをかさねる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνευρίσκομαι ερωτικά, πλαγιάζω με κάποιον
肌身 はだみ

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα, σάρκα
肌に合う はだにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταιριάζει στο δέρμα μου
  2. 02 συμβαδίζω, ταιριάζω με κάποιον, ανταποκρίνομαι στα γούστα μου
肌荒れ はだあれ

ουσιαστικό

  1. 01 κακό δέρμα, τραχύ δέρμα, ανθυγιεινό δέρμα, ερεθισμός του δέρματος, ξεσπάσματα στο δέρμα
肌を合わせる はだをあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνευρίσκομαι ερωτικά (για άνδρα και γυναίκα), φέρνω τα σώματα σε επαφή (π.χ. για ζεστασιά)
肌感覚 はだかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση στο δέρμα, δερματική αίσθηση
肌で知る はだでしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μαθαίνω κάτι από άμεση εμπειρία, βιώνω κάτι προσωπικά
肌合い はだあい

ουσιαστικό

  1. 01 διάθεση, ιδιοσυγκρασία, τρόπος σκέψης, ατμόσφαιρα, αίσθηση
肌襦袢 はだじゅばん

ουσιαστικό

  1. 01 εσώρουχο (ιαπωνικού τύπου) που φοριέται κάτω από το ναγκατζουμπάν
肌を許す はだをゆるす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραδίδω την παρθενιά μου σε κάποιον άντρα
肌が合う はだがあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ταιριάζω, έχω χημεία με κάποιον
肌脱ぎ はだぬぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνός μέχρι τη μέση
肌寒 はださむ

ουσιαστικό

  1. 01 ψύχρα (ειδικά το φθινόπωρο), αίσθηση κρύου