33 αποτελέσματα για «脇»

わき N3

ουσιαστικό

  1. 01 μασχάλη, κάτω από το μπράτσο, πλευρό, πλευρά
  2. 02 δίπλα, κοντά
  3. 03 στην άκρη, παράμερα, μακριά
  4. 04 εκτός θέματος, εκτός πορείας
  5. 05 δευτεραγωνιστής, υποστηρικτικός ρόλος
  6. 06 δεύτερος στίχος (σε μια συνδεδεμένη σειρά ποιημάτων)
脇腹 わきばら

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά (του κορμού), πλευρό
  2. 02 εξώγαμο παιδί, παιδί εκτός γάμου, παιδί από άλλη γυναίκα
脇に置く わきにおく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, αφήνω στην άκρη
脇道 わきみち

ουσιαστικό

  1. 01 παρόδιος δρόμος, παράδρομος
  2. 02 παρέκβαση (π.χ. από μια επιχειρηματολογία)
脇の下 わきのした

ουσιαστικό

  1. 01 μασχάλη, μασχαλιαία κοιλότητα
脇役 わきやく

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύων ρόλος (ηθοποιού), μικρός ρόλος
脇差 わきざし

ουσιαστικό

  1. 01 βακιζάσι, κοντό σπαθί που φορούσαν οι σαμουράι
脇目も振らず わきめもふらず

άλλο

  1. 01 χωρίς να κοιτάζω αλλού, χωρίς να στρέφω το βλέμμα δεξιά ή αριστερά, ολόψυχα, με προσήλωση
脇が甘い わきがあまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έλλειψη ικανότητας στην αποτροπή του αντιπάλου από το να πιάσει τη μασχάλη
  2. 02 ευάλωτος στην άμυνα, απρόσεκτος, εκτεθειμένος (σε επίθεση)
脇目 わきめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοίταγμα προς το πλάι, βλέμμα αλλού
  2. 02 οπτική γωνία παρευρισκομένου, ματιά εξωτερικού παρατηρητή, πλάγια παρατήρηση
脇息 きょうそく

ουσιαστικό

  1. 01 μπράτσο καρέκλας, υποβραχιόνιο
脇見 わきみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λοξοκοίταγμα
  2. 02 κοίταγμα προς το πλάι
脇机 わきづくえ

ουσιαστικό

  1. 01 συρταριέρα γραφείου (τοποθετημένη δίπλα στο γραφείο), βοηθητικό έπιπλο
脇見運転 わきみうんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσπαση προσοχής κατά την οδήγηση, κοίταγμα αλλού ενώ οδηγείς
脇侍 わきじ

ουσιαστικό

  1. 01 παράπλευρη μορφή (π.χ. σε μια βουδιστική τριάδα)
脇へそれる わきへそれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρεκκλίνω, απομακρύνομαι από το θέμα
  2. 02 αστοχώ, περνώ μακριά από τον στόχο
脇による わきによる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέκομαι στην άκρη, κάνω στην άκρη, παραμερίζω
脇芽 わきめ

ουσιαστικό

  1. 01 μασχαλιαίος οφθαλμός, πλευρικός οφθαλμός
  2. 02 πλευρικοί βλαστοί (π.χ. ντοματιάς ή μπρόκολου), πλευρικοί οφθαλμοί, παραφυάδες
脇能 わきのう

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον έργο στο θέατρο νο
脇柱 わきばしら

ουσιαστικό

  1. 01 πλαϊνή κολόνα στην αριστερή πλευρά της σκηνής (στο θέατρο νο), από την οποία συστήνεται ο δευτεραγωνιστής
  2. 02 κάσσα πόρτας, παραστάδα, κάθετο δοκάρι ανοίγματος