7 αποτελέσματα για «腑»
腑に落ちる ふにおちる
άλλο, ρήμα
- 01 κατανοώ, πείθομαι, ικανοποιούμαι
腑抜ける ふぬける
ρήμα
- 01 χάνω το σθένος μου, γίνομαι δειλός
腑 ふ
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικό όργανο, σπλάχνα, έντερο
腑抜け ふぬけ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 δειλός, χέστης, αδύναμος, άνθρωπος χωρίς κότσια, άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα
腑分け ふわけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανατομή, νεκροψία, ιατροδικαστική εξέταση
- 02 ανάλυση, διάσπαση (π.χ. ενός προβλήματος), τακτοποίηση
腑に落ちない ふにおちない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν καταλαβαίνω, δεν βγάζει νόημα, μη πειστικός, δύσκολο να το χωνέψει κανείς, δεν ακούγεται αληθινό
腑
- 01 σπλάχνα
- 02 έντερα