65 αποτελέσματα για «舌»

した N3

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα
  2. 02 αντικείμενο που μοιάζει με γλώσσα, γλωσσίδι (καμπάνας), γλώσσα (κλειδαριάς), γλώσσα (μουσικού οργάνου)
舌打ち したうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάνω τσικ-τσικ με τη γλώσσα, κάνω τσκ-τσκ (ως ένδειξη δυσαρέσκειας)
  2. 02 χτυπάω τα χείλη μου (από απόλαυση), γλείφω τα χείλη μου (με λαχτάρα)
舌を出す したをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγάζω τη γλώσσα μου
  2. 02 κοροϊδεύω κάποιον, περιγελάω κάποιον
舌先 したさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη της γλώσσας
舌なめずり したなめずり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γλείψιμο των χειλιών (στη θέα ορεκτικού φαγητού)
  2. 02 γλείψιμο των χειλιών (από ανυπομονησία), αδημονία (για κάτι), σαλιάρισμα (π.χ. στη σκέψη κάποιου πράγματος)
舌を巻く したをまく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκπλήσσομαι, καταπλήσσομαι, μένω έκθαμβος, εντυπωσιάζομαι βαθιά
舌鼓を打つ したつづみをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 γλείφω τα δάχτυλά μου (για φαγητό), απολαμβάνω ένα γεύμα
舌足らず したたらず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασαφής άρθρωση, τραυλισμός, κακή εκφορά λόγου
  2. 02 κακώς διατυπωμένος, ασαφής (λόγος), ανακριβής (έκφραση), ανεπαρκής (εξήγηση)
舌触り したざわり

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση στο στόμα (τροφίμων ή ποτών), υφή
舌戦 ぜっせん

ουσιαστικό

  1. 01 λεκτική αντιπαράθεση, λογομαχία
舌っ足らず したったらず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασαφής ομιλία, δυσνόητη άρθρωση, κακή προφορά
  2. 02 κακώς διατυπωμένος, ασαφής (λόγος), ελλιπής (έκφραση), ανεπαρκής (εξήγηση)
舌の根 したのね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα της γλώσσας, βάση της γλώσσας
舌鋒 ぜっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 κοφτερή γλώσσα, ευγλωττία
舌が回る したがまわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι ομιλητικός, έχω ευκίνητη γλώσσα, μιλάω με ευχέρεια, είμαι ικανός ομιλητής
舌がもつれる したがもつれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω ακατάληπτα, αρθρώνω με δυσκολία, προφέρω λανθασμένα, μπερδεύω τα λόγια μου, ψελλίζω
舌が肥える したがこえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω εκλεπτυσμένη γεύση, έχω απαιτητικό ουρανίσκο
舌鼓 したつづみ

ουσιαστικό

  1. 01 γλείψιμο χειλιών (από ευχαρίστηση για το φαγητό)
舌先三寸 したさきさんずん

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόλογα ή κολακείες που αποσκοπούν στην εξαπάτηση
舌の根も乾かぬうち したのねもかわかぬうち

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμέσως μετά, την ίδια στιγμή
  2. 02 προτού στεγνώσουν τα λόγια, πριν καλά καλά τελειώσει η κουβέντα
舌鋒鋭い ぜっぽうするどい

επίθετο

  1. 01 κοφτερός (για γλώσσα, κριτική κ.λπ.), οξύς, καυστικός