21 αποτελέσματα για «萎»

萎える なえる

ρήμα

  1. 01 χάνω τη δύναμή μου, εξασθενώ, εξαντλούμαι (αναφορικά με την ενέργεια, τη θέληση κ.λπ.)
  2. 02 μαραίνομαι, γέρνω, φυλλορροώ
  3. 03 νιώθω αποθαρρυμένος, χάνω το ενδιαφέρον μου, απογοητεύομαι
萎縮 いしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαρασμός, συρρίκνωση
  2. 02 συστολή, ατροφία
萎む しぼむ

ρήμα

  1. 01 μαραίνομαι (για λουλούδια, όνειρα, κ.λπ.), ξεραίνομαι, γέρνω, ζαρώνω, σβήνω, κρεμάω, ξεφουσκώνω
萎れる しおれる

ρήμα

  1. 01 μαραίνομαι, φυλλορροώ, κάμπτομαι, ξεθωριάζω
  2. 02 αποκαρδιώνομαι, απογοητεύομαι, πέφτει το ηθικό μου, κατσουφιάζω
萎びる しなびる N1

ρήμα

  1. 01 μαραίνομαι, αφυδατώνομαι (π.χ. κομμένα λαχανικά, δέρμα), συρρικνώνομαι, ξεραίνομαι, ζαρώνω
萎靡 いび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακμή, φθορά
萎黄病 いおうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 χλώρωση, χλωρωτική αναιμία
萎縮病 いしゅくびょう

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος ασθένεια (φυτά), φυλλοστροφή
萎え落ち なえおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσυνδέομαι από διαδικτυακό παιχνίδι λόγω ήττας
萎縮腎 いしゅくじん

ουσιαστικό

  1. 01 συρρικνωμένος νεφρός
萎縮効果 いしゅくこうか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτρεπτικό αποτέλεσμα
萎縮性 いしゅくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ατροφικός
萎縮症 いしゅくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ατροφία
萎靡沈滞 いびちんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλλειψη ενεργητικότητας και ζωντάνιας
萎萎 しおしお

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 κατηφώς, αποκαρδιωμένα, με πεσμένο το ηθικό
萎縮性鼻炎 いしゅくせいびえん

ουσιαστικό

  1. 01 ατροφική ρινίτιδα
萎縮性胃炎 いしゅくせいいえん

ουσιαστικό

  1. 01 ατροφική γαστρίτιδα
萎え なえ

ουσιαστικό

  1. 01 εξασθένηση, απώλεια δύναμης
  2. 02 απογοήτευση, απώλεια ενδιαφέροντος, αίσθημα απογοήτευσης
萎凋病 いちょうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαρασμός, φουζαρίωση της στεφάνης, φουζαριωτική μαράνση
萎凋 いちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαρασμός, φυλλορροή
  2. 02 μάρασμα των φύλλων του τσαγιού μετά τη συγκομιδή