167 αποτελέσματα για «落»

落ちる おちる

ρήμα

  1. 01 πέφτω, ρίχνομαι, κατεβαίνω, καταρρέω, υποχωρώ, παραχωρώ
  2. 02 δύω (για ήλιο ή φεγγάρι), βυθίζομαι, κατεβαίνω
  3. 03 μειώνομαι (για δημοτικότητα, ποιότητα, ταχύτητα, πωλήσεις κ.λπ.), πέφτω, υποχωρώ, φθίνω, χειροτερεύω, κοπάζω (για άνεμο)
  4. 04 είμαι κατώτερος, δεν είμαι τόσο καλός, υστερώ
  5. 05 βγαίνω, φεύγω (για βρωμιά, μπογιά, μακιγιάζ κ.λπ.), ξεθωριάζω (για χρώμα), απομακρύνομαι (για αρρώστια, πνεύμα κ.λπ.)
  6. 06 χάνω βάρος (για περιττό λίπος), αδυνατίζω, γίνομαι πιο αδύνατος
  7. 07 παραλείπομαι, λείπω
  8. 08 αποτυγχάνω (σε εξετάσεις), χάνω (διαγωνισμό, εκλογές κ.λπ.), δεν πετυχαίνω
  9. 09 εκπίπτω (για ήθη, χαρακτήρα κ.λπ.), χυδαιολογώ (π.χ. για συζήτηση), ξεπέφτω, βυθίζομαι (τόσο χαμηλά)
  10. 10 καταστρέφομαι, χάνομαι, πέφτω (στην κόλαση)
  11. 11 πέφτω (στην αγάπη, στον ύπνο κ.λπ.)
  12. 12 περιέρχομαι (σε χέρια κάποιου), γίνομαι αποδεκτός (για προσφορά), κερδίζω (διαγωνισμό), εξοφλούμαι (για λογαριασμό)
  13. 13 πέφτω (σε παγίδα), παρασύρομαι (από κόλπο)
  14. 14 υποχωρώ, ενδίδω
  15. 15 ομολογώ, παραδέχομαι
  16. 16 καταλήγω (σε συμπέρασμα, θέμα κ.λπ.), φτάνω (στο τέλος)
  17. 17 εγκαταλείπω (πόλη, κάστρο κ.λπ.), φεύγω (αφού ηττηθώ)
  18. 18 εμπεδώνομαι, γίνομαι αποδεκτός (στην καρδιά κάποιου)
  19. 19 πέφτω (στον εχθρό), ηττώμαι
  20. 20 εισρέω (για χρήματα)
  21. 21 πέφτω (πάνω σε, για φως, σκιά, βλέμμα κ.λπ.)
  22. 22 λιποθυμώ (στο τζούντο), χάνω τις αισθήσεις μου
  23. 23 πέφτω (για ιστοσελίδα, διακομιστή κ.λπ.), καταρρέω
  24. 24 αποσυνδέομαι (από διαδικτυακό παιχνίδι, δωμάτιο συνομιλίας κ.λπ.), αποχωρώ, φεύγω, βγαίνω εκτός σύνδεσης
  25. 25 μετακινούμαι σε βαθύτερα νερά (για ψάρι σε κρύο καιρό)
  26. 26 ψοφάω (για ζώο)
  27. 27 χτυπάω (για κεραυνό)
落ち着く おちつく

ρήμα

  1. 01 ηρεμώ, συνέρχομαι, ανακτώ την ψυχραιμία μου, χαλαρώνω
  2. 02 ηρεμώ, καταλαγιάζω, κοπάζω, σταθεροποιούμαι, υποχωρώ
  3. 03 εγκαθίσταμαι, τακτοποιούμαι (σε τόπο, δουλειά κ.λπ.), προσαρμόζομαι
  4. 04 τακτοποιούμαι, διευθετούμαι (για συμφωνία, συμπέρασμα κ.λπ.), καθορίζομαι, επιτυγχάνομαι
  5. 05 εναρμονίζομαι, ταιριάζω, μου ταιριάζει, εφαρμόζω
  6. 06 είμαι διακριτικός, είμαι ήσυχος, είναι ήπιων τόνων
落とす おとす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω, χάνω, αφήνω να πέσει, εκπέμπω (φως), ρίχνω (το βλέμμα), ρίχνω (υγρό), αφήνω πίσω
  2. 02 καθαρίζω, βγάζω (βρομιά, μακιγιάζ, μπογιά), αφαιρώ (λεκέδες, τρίχες προσώπου), χάνω, ξοδεύω χρήματα σε ένα μέρος, παραλείπω, αφήνω απ' έξω, αφήνω να ξεφύγει κρυφά
  3. 03 χάνω (αγώνα), απορρίπτω (υποψήφιο), κόβω (σε μάθημα), νικώ (σε εκλογές)
  4. 04 χαμηλώνω (π.χ. ώμους, φωνή), μειώνω (παραγωγή, σωματικό βάρος), χειροτερεύω (ποιότητα), υποβιβάζω (βαθμό, δημοτικότητα), δυσφημώ, κακολογώ, υποτιμώ, περιπίπτω σε δύσκολες καταστάσεις
  5. 05 περιπίπτω (σε δίλημμα, αμαρτία), κάνω δικό μου, κερδίζω προσφορά, αναγκάζω σε παράδοση, καταλαμβάνω (εχθρικό στρατόπεδο, κάστρο), πείθω με το ζόρι, πιέζω για ομολογία, αντιμετωπίζω
  6. 06 κατεβάζω, αντιγράφω από υπολογιστή σε άλλο μέσο
  7. 07 κάνω κάποιον να λιποθυμήσει (τζούντο)
  8. 08 τελειώνω μια ιστορία (π.χ. με την ατάκα)
  9. 09 τελειώνω (μια περίοδο, π.χ. νηστείας)
  10. 10 κερδίζω, αποπλανώ, σαγηνεύω, υπερνικώ (απροθυμία)
落ち込む おちこむ N1

ρήμα

  1. 01 νιώθω πεσμένος, λυπημένος, μελαγχολώ, έχω πεσμένο ηθικό
  2. 02 είμαι σε ύφεση (για επιχειρήσεις, οικονομία κ.λπ.), βρίσκομαι σε δυσμενή κατάσταση
  3. 03 πέφτω μέσα (π.χ. σε μια τρύπα)
落下 らっか N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση, κάθοδος, κατέβασμα
落ち着ける おちつける

ρήμα

  1. 01 ησυχάζω, ηρεμώ, αυτοσυγκρατούμαι, τακτοποιούμαι
落ち着き おちつき N1

ουσιαστικό

  1. 01 ηρεμία, ψυχραιμία, αυτοκυριαρχία
  2. 02 σταθερότητα
落胆 らくたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθάρρυνση, απελπισία, κατήφεια, απογοήτευση
落書き らくがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μουτζούρα, γκράφιτι, πρόχειρο σχέδιο
落とし穴 おとしあな

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα, λάκκος, ενέδρα
落ち おち

ουσιαστικό

  1. 01 παραδρομή, παράλειψη
  2. 02 κατάληξη, έκβαση, τελικό αποτέλεσμα
  3. 03 αποκορύφωμα αστείου, ατάκα (σε ανέκδοτο)
落ち合う おちあう

ρήμα

  1. 01 συναντώ (κατόπιν συνεννόησης), συναντιέμαι, σμίγω
  2. 02 συμβάλλω (για δρόμους, ποτάμια κ.λπ.), ενώνομαι
落ち度 おちど

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα, λάθος, πταίσμα, ολίσθημα, γκάφα, παράλειψη, αστοχία, παραδρομή
落雷 らくらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κεραυνός, πτώση κεραυνού
落っこちる おっこちる

ρήμα

  1. 01 πέφτω
  2. 02 αποτυγχάνω (σε εξετάσεις), χάνω (σε διαγωνισμό, εκλογές κ.λπ.)
落ちぶれる おちぶれる

ρήμα

  1. 01 καταρρέω, ξεπέφτω, καταστρέφομαι, περιέρχομαι σε ένδεια, περνώ δύσκολες εποχές
落ち葉 おちば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεσμένα φύλλα, πεσμένα φύλλα στο έδαφος, φύλλα που πέφτουν
  2. 02 πτώση φύλλων, φύλλορροια
  3. 03 φυλλοβόλος
落ち着き払う おちつきはらう

ρήμα

  1. 01 παραμένω ψύχραιμος, διατηρώ την ψυχραιμία μου
落ちこぼれ おちこぼれ

ουσιαστικό

  1. 01 πεσμένα υπολείμματα, διασκορπισμένα αντικείμενα
  2. 02 περισσεύματα, απομεινάρια, περισυλλογή, διάφορα μικροπράγματα
  3. 03 μαθητής που δεν μπορεί να ακολουθήσει το σχολικό πρόγραμμα, άτομο που εγκαταλείπει (το σχολείο, την κοινωνία, ένα κίνημα κ.λπ.)
落差 らくさ

ουσιαστικό

  1. 01 υψομετρική διαφορά (μεταξύ δύο σημείων σε υδάτινο όγκο), πτώση, ύψος πτώσης (π.χ. καταρράκτη)
  2. 02 διαφορά, χάσμα