18 αποτελέσματα για «蓄»

蓄積 ちくせき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση, συσσωρεύω, αποθηκεύω
蓄える たくわえる N2

ρήμα

  1. 01 αποθηκεύω, συγκεντρώνω, προμηθεύομαι, στοκάρω, παραμερίζω
  2. 02 συσσωρεύω (π.χ. γνώσεις), αναπτύσσω (π.χ. εμπειρία), καλλιεργώ (π.χ. δεξιότητες)
  3. 03 αφήνω να μεγαλώσει (π.χ. γένια, μουστάκι), φέρω
蓄え たくわえ

ουσιαστικό

  1. 01 απόθεμα, αποθήκευση, στοκ, οικονομίες
蓄音機 ちくおんき

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμόφωνο, φωνόγραφος
蓄財 ちくざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση πλούτου
蓄電 ちくでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας
蓄電池 ちくでんち

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωρευτής
蓄光 ちっこう

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορισμός, φωτοβολία
蓄電器 ちくでんき

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνωτής
蓄熱 ちくねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποθήκευση θερμότητας, θερμική συσσώρευση
蓄膿症 ちくのうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυοθώρακας, συλλογή πύου σε κοιλότητα του σώματος
蓄妾 ちくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατήρηση ερωμένης (παλλακίδας)
蓄財家 ちくざいか

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκόπος, φιλοχρήματος
蓄養 ちくよう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή ζώων (ειδικότερα ιχθυοκαλλιέργεια), αναπαραγωγή, αποθεματοποίηση
蓄積管 ちくせきかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας αποθήκευσης
蓄圧器 ちくあつき

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωρευτής (υδραυλικός)
蓄冷剤 ちくれいざい

ουσιαστικό

  1. 01 ψυκτικό μέσο, ψυκτικό τζελ, παγοκύστη, ψυχρή κομπρέσα
  1. 01 συσσωρεύω
  2. 02 εκτρέφω
  3. 03 αποθησαυρίζω
  4. 04 αποθηκεύω