140 αποτελέσματα για «薬»
薬 くすり N5
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο, φαρμακευτικά προϊόντα, (νόμιμα) φάρμακα, χάπι, αλοιφή
- 02 δραστική χημική ουσία (πυρίτιδα, φυτοφάρμακο, κ.λπ.)
- 03 υάλωση (κεραμικής), σμάλτο
- 04 (παράνομο) ναρκωτικό, ναρκωτικό
- 05 μικρή δωροδοκία
薬 やく
ουσιαστικό
- 01 ναρκωτικό, ναρκωτική ουσία, φάρμακο
薬草 やくそう
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτικό βότανο
薬品 やくひん N2
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο
- 02 χημική ουσία (ή παράγοντας), χημικά
薬指 くすりゆび N2
ουσιαστικό
- 01 παράμεσος, τρίτο δάχτυλο, τέταρτο δάχτυλο (ειδικά στο πιάνο)
- 02 τέταρτο δάχτυλο ποδιού
薬物 やくぶつ
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο, φαρμακευτική ουσία
薬師 やくし
ουσιαστικό
- 01 γιακούσι, πιντόλα, ο βούδας της θεραπείας
薬師 くすし
ουσιαστικό
- 01 γιατρός
薬屋 くすりや
ουσιαστικό
- 01 φαρμακείο
- 02 φαρμακοποιός
薬剤 やくざい
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο, ιατρικό σκεύασμα
- 02 χημικός παράγοντας (π.χ. παρασιτοκτόνο, χλωρίνη, λιπαντικό), χημική ουσία
薬局 やっきょく N2
ουσιαστικό
- 01 φαρμακείο
- 02 φαρμακείο νοσοκομείου, ιατρείο
薬が効く くすりがきく
άλλο, ρήμα
- 01 ενεργεί το φάρμακο, έχει αποτέλεσμα το φάρμακο
薬学 やくがく
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτική, επιστήμη της φαρμακευτικής
薬莢 やっきょう
ουσιαστικό
- 01 κάλυκας φυσιγγίου
薬湯 やくとう
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτικό λουτρό
- 02 φαρμακευτικό αφέψημα, έγχυμα
- 03 θεραπευτική ιαματική πηγή
薬缶 やかん
ουσιαστικό
- 01 βραστήρας
- 02 φαλακρό κεφάλι
薬効 やっこう
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτική δράση, ιατρικό αποτέλεσμα
薬になる くすりになる
άλλο, ρήμα
- 01 ωφελώ (κάποιον), κάνω καλό
薬剤師 やくざいし
ουσιαστικό
- 01 φαρμακοποιός
薬液 やくえき
ουσιαστικό
- 01 φαρμακευτικό υγρό