59 αποτελέσματα για «裁»
裁判 さいばん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δίκη, κρίση, απόφαση, ετυμηγορία
裁く さばく N3
ρήμα
- 01 δικάζω, κρίνω, εκδικάζω υπόθεση, παίρνω απόφαση
裁き さばき
ουσιαστικό
- 01 κρίση, απόφαση, ετυμηγορία
裁縫 さいほう N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ραπτική, κεντητική
裁判所 さいばんしょ
ουσιαστικό
- 01 δικαστήριο, δικαστικό μέγαρο
裁判官 さいばんかん
ουσιαστικό
- 01 δικαστής
裁判長 さいばんちょう
ουσιαστικό
- 01 πρόεδρος του δικαστηρίου
裁定 さいてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόφαση, ετυμηγορία, επιδίκαση, διαιτησία
裁量 さいりょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διακριτική ευχέρεια, κρίση
裁断 さいだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κόψιμο (υφάσματος, χαρτιού κ.λπ.)
- 02 κρίση, απόφαση
裁 さい
ουσιαστικό
- 01 δικαστήριο
裁判にかける さいばんにかける
άλλο, ρήμα
- 01 παραπέμπω σε δίκη, δικάζω στο δικαστήριο
裁可 さいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, επικύρωση
裁決 さいけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόφαση, ετυμηγορία, κρίση
裁判沙汰 さいばんざた
ουσιαστικό
- 01 δικαστική υπόθεση, δικαστική διαμάχη, νομική διένεξη
裁判員 さいばんいん
ουσιαστικό
- 01 λαϊκός δικαστής, πολίτης δικαστής, ένορκος
裁量権 さいりょうけん
ουσιαστικό
- 01 διακριτική ευχέρεια, εξουσία λήψης αποφάσεων
裁縫師 さいほうし
ουσιαστικό
- 01 ράφτης, μοδίστρα, ενδυματοποιός, κατασκευαστής ενδυμάτων
裁判員裁判 さいばんいんさいばん
ουσιαστικό
- 01 δίκη με ενόρκους πολίτες, δικαστική διαδικασία με τη συμμετοχή λαϊκών δικαστών
裁判権 さいばんけん
ουσιαστικό
- 01 δικαιοδοσία