56 αποτελέσματα για «装»
装備 そうび N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξοπλισμός
装う よそおう
ρήμα
- 01 ντύνομαι, φοράω, στολίζω, διακοσμώ
- 02 προσποιούμαι, υποκρίνομαι, παριστάνω, μεταμφιέζομαι ως
装う よそう
ρήμα
- 01 σερβίρω, βάζω στο πιάτο
- 02 ντύνομαι, στολίζομαι
装置 そうち N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξοπλισμός, συσκευή, εγκατάσταση, μηχανισμός, διάταξη
- 02 σκηνικό
装飾 そうしょく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στολίδι, διακόσμηση
装着 そうちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξοπλισμός, εγκατάσταση, εφαρμογή, τοποθέτηση, φόρεμα
装甲 そうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θωράκιση, θώρακας
装 そう
ουσιαστικό
- 01 ένδυση, ντύσιμο
- 02 βιβλιοδεσία
装い よそおい
ουσιαστικό
- 01 ενδυμασία, περιβολή, εξοπλισμός, μακιγιάζ, στολισμός, εμφάνιση, αμφίεση
装飾品 そうしょくひん
ουσιαστικό
- 01 κόσμημα, διακοσμητικό αντικείμενο
装束 しょうぞく
ουσιαστικό
- 01 στολή, ενδυμασία, αμφίεση
装填 そうてん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γέμισμα, φόρτωση, πλήρωση
装備品 そうびひん
ουσιαστικό
- 01 εξοπλισμός, αξεσουάρ (ποδηλάτου, αυτοκινήτου)
装丁 そうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βιβλιοδεσία
- 02 σχεδιασμός εξωφύλλου βιβλίου
装甲車 そうこうしゃ
ουσιαστικό
- 01 τεθωρακισμένο όχημα
装身具 そうしんぐ
ουσιαστικό
- 01 προσωπικά αξεσουάρ, κοσμήματα, στολίδια
装弾 そうだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γέμιση πυροβόλου όπλου
装具 そうぐ
ουσιαστικό
- 01 εξοπλισμός, εξάρτυση, εξαρτήματα
- 02 ορθωτικό, ορθοτική συσκευή, κηδεμόνας, προσθετικό μέσο
装飾的 そうしょくてき
επίθετο
- 01 διακοσμητικός
装画 そうが
ουσιαστικό
- 01 σχεδιασμός εξωφύλλου βιβλίου, εικόνα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου